Στην εξοχή
Σκύλα!
Καταμεσήμερο, καυτό καλοκαίρι, η φύση όλη μπαϊλντισμένη, κι εσύ ξαπλωμένη κάτω απ' την σκιά του πλατανιού.
Η γη διψά για λίγες σταγόνες νερό, κι η σάρκα σου για άνομη ηδονή.
Ξαναμμένη, ακόλαστη, κυλιέσαι πρόστυχα στο χώμα με το ερεθισμένο αρσενικό.
Σάρκα με σάρκα, καύλα με καύλα, ο ιδρώτας της άνομης ηδονής κυλά στο καυτό κορμί σου.
Τα φιλιά σου, η γλώσσα σου, ρουφούν το σερνικό, τα μπούτια σου αχόρταγα τον τραβάνε, τα νύχια σου γδέρνουν την ηλιοκαμμένη πλάτη του.
Τα βογγητά σου χρωματίζουν την συναυλία των τζιτζικιών.
Σαν ξαναμμένη φοράδα. Τα πισινά σου τρίβονται ερεθισμένα στα αγριόχορτα, τα δυνατά σου μπούτια σφίγγουν τον καυλωμένο τράγο, η σάρκα σου συσπάται, τα βογγητά σου τρελαίνουν τα τζιτζίκια.
Σκύλα, φοράδα ξαναμμένη, γυναικάρα και θεά!
Χύνω, χύνω, χύνω!!!
Στην πόλη
Σκύλα!
Σε κοιτάζω με την στενή σου φούστα, όχι πολύ κοντή, μόλις πάνω από το γόνατο, στενή, να δείχνει την γραμμή σου, τα δυνατά μεριά σου, τα χυμώδη κωλομέρια και το στενό σου μαύρο στρινγκ.
Σε κοιτάζω, σέξυ και περήφανη, να πατάς κάτω και να τρέμει η γη.
Η γόβα στιλέτο τρυπά επώδυνα την καυτή πλάκα του πεζοδρομίου.
Τα πόδια και οι γάμπες σου σαν τόξα τεντωμένα, τα δυνατά, χυμώδη σου μεριά, τα καυλωμένα κωλομέρια, σαν να μάχονται να σκίσουν την φούστα, να εκραγούν στην καύλα.
Γυναίκα! Γυναικάρα!
Σε κοιτάζω και καίγομαι, καίγομαι, καυλώνω.
Σέξυ γυναικάρα, σκύλα, κατακαλόκαιρο μες στον καύσωνα, αναμμένη, ιδρωμένη, με την καύλα στο βλέμμα σου, μπαίνεις στο σπίτι, κι εγώ από πίσω σου, στο ασανσέρ.
Μου ρίχνεις ένα βλέμμα πρόστυχο. Θέλω να σε φάω.
Πατώ το STOP χωρίς να πω λέξη, σε αρπάζω και σε στριμώχνω στον τοίχο. Κολλάω πίσω σου και τρίβομαι στα καπούλια σου. Σφίγγω με τα μπράτσα μου δυνατά τα στήθια, τα μπούτια σου, το πράμα σου, και ρουφάω τον ιδρώτα σου, γλύφω και δαγκώνω τον λαιμό σου.
Σου κρατώ το κεφάλι δυνατά απ' τα μαλλιά και σού κολλάω το πρόσωπο στον καθρέφτη, να βλέπεις τους σπασμούς της καύλας σου, τα χνώτα απ' τα βογκητά σου να θολώνουν τον καθρέφτη. Κι ανοίγω τα μεριά σου και σπρώχνω σκληρός, καυτός στα κωλομέρια σου, σε σκίζω και σπρώχνω και χώνω μέσα σου βαθειά το σκληρό, καυτό, τεράστιο καυλί μου, μια καύλα είμαι ολόκληρος, και σε γαμάω άγρια σαν νταβραντισμένος τράγος, βαθειά, μέσα σου χώνομαι βαθειά, και καίγομαι, και λιώνω, με ρουφάει, με λιώνει και με καταπίνει και με καίει η καυτή σου σάρκα και χάνομαι, και γινόμαστε ένα, καιγόμαστε, τρανταζόμαστε απ' τους σπασμούς της καύλας, καύλα ασυγκράτητη, ώσπου να εκραγεί το σύμπαν, να εκραγούν και να χαθούν τα πάντα μες στους γιγάντιους σπασμούς του οργασμού.
Χύνω, χύνω, χύνω!!!
Μίχος: Αποδέχομαι την πρόκληση του καυλοπυρέσοντος αφηγητή που θα έλεγε κι ο Εμπειρίκος... Μέχρι να να χύσω την κρίση μου, ρίξτε μια ματιά στο Μέγα Ανατολικό, πάρτε κι ένα λεξικό, γιατί μάλλον τα ελληνικά σας είναι πασοκικά, χωρίς να σας το καταλογίζω, εννοείται...
Πετεφρής: προσυπογράφω την σύσταση του Μίχου, αλλά, συγγνώμη που δεν αντέχω την υπέρβαση: καυλωμένε τράγε, μήπως είναι καλύτερα να γαμείτε αντί να γράφετε;
Τελική του Μίχου: Στην παγκόσμια βιομηχανία της μαλακίας κείμενα σαν αυτά μας φιλοδωρούν σε κάθε τσοντομάγαζο. Μάλιστα έχω δει και ένα μπλογκ εδώ στο χωριό μας σχετικό. Για να πω την αλήθεια σκέφτηκα κάποτε να γράψω για μια αιμομιξία σε κανένα του τύπου σχέσεις κ.λ.π. για να σπάσω επισκεψιμότητες... Τα κείμενα αυτά είναι τριών κατηγοριών. Τα καλύτερα επιθυμούν να φορτίσουν ερωτικά τη γλώσσα, οπότε τα απολαμβάνουμε για την απελευθερωτική τους ευγλωττία. Εκεί ο Εμπειρίκος. Τα δεύτερα έχουν σκοπό να προσφέρουν έναν αυνανισμό στον γράφοντα... Υπήρξαμε μεγάλοι αυνανιστές και το δοκιμάσαμε. Τα τρίτα έχουν σκοπό να υπήρετήσουν τον αυνανισμό του αναγνώστη. Σ' αυτά ο συγγραφέας καθώς τα διεκπεραιώνει μένει με ένα δυσάρεστο συναίσθημα χασάπικου... Διαλέξτε που ανήκει το δικό σας... Από τη φτωχή μου πείρα πάντως σας εύχομαι τη φαντασίωση του μέγα τράγου, αλλά ποτέ το άγγιγμά της... για να μην καταντήσετε να ξερνάτε τα συκώτια σας πιασμένος από κανένα δέντρο στο πεζοδρόμιο κάποιο ξημέρωμα μετά το τέλος κάποιας παρτούζας... με το συμπάθειο...