Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2007

Ρούβελας- 2 ποιήματα


ΖΗΤΗΜΑ ΑΡΧΗΣ



Σαν το τοπίο είναι γκρίζο.

μην αρνηθείς να το διαβείς.

Όταν διστάσεις, κάνεις πίσω,

δε θα μπορέσεις να σταθείς.


Δε θέλει δίλημμα ο δρόμος.

Δώ είναι ζήτημα Αρχής.

Όταν σε γυροφέρνει ο φόβος,

μη σ' εμποδίσει να σκεφθείς.



Να έχεις πάντα την ελπίδα

ότι θα δείξει ο καιρός.

΄Εχεις αόρατη ασπίδα,

εφόσον είσαι καθαρός.



Φαντάσματα που σε τρομάζουν

σαν τον καπνό θα διαλυθούν.

Βεβαίως την ψυχή τραντάζουν.

Στιγμές δικαίωσης θαρθούν.


΄Οποιο συμβιβασμό άν κάνει

εκείνος που δεν έχει Αρχή,

στο τέλος το παιγνίδι χάνει.

Μόνο η ντροπή κυριαρχεί.



***


ΣΗΜΑΤΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ



Ένα περιστέρι βρέθηκε νεκρό.

΄Ηταν έν' αστέρι είκοσι χρονώ.

Μία μάννα κλαίει καί μοιρολογεί,

λέει πονεμένα: Πάει το παιδί.



Βρέθηκε χαμένο σ΄ ένα πέλαγο.

Κανείς δεν εσκέφθηκε το δράμα του.

Ο καθένας έχει το φορτίο του

που δεν τον αφήνει καθαρά να δεί.



Χάθηκ' η ζωή του χωρίς να τη ζήσει.

Πουθενά δε θέλησε κάτι να ζητήσει.

Αποκλεισμένο πέρασε σ' έρημο λειβάδι

ώσπου τέλος χάθηκε σε βαθύ σκοτάδι.


Στ' άψυχο το χέρι υπάρχει το σημάδι.

΄Εκαν' η κατάρα τον κόσμο ρημάδι.

Πώς βρέθηκε το παιδί σε αυτό το δρόμο.

Πώς η μοναξιά του νίκησε τον τρόμο.



Τώρα το αστέρι είναι πιά νεκρό.

΄Ενα περιστέρι είκοσι χρονώ.

Η καμμένη μάννα κλαίει, μοιρολογεί,

όλο μουρμουρίζει: Πάει το παιδί.


Θυμάτ' από τότε, πριν πολύ καιρό,

τότε που το είχε ακόμα μωρό.

Λέγανε τ' ανάστησε. ΄Εδωσε την ψυχή της

να το δεί να στέκεται στη ζωή μαζί της.



΄Ολα πιά γκρεμίστηκαν. Χάθηκαν τα όνειρα.

Η ελπίδα έσβησε.΄Εμεινε στο ράφι.

Αναπάντεχα έγινε τ' όνειρο εφιάλτης.

Ιστορίες άδικες η ζωή μας γράφει.



Πατέρας αμίλητος. Βαρύς, σκυθρωπός,

μαζί με τους άλλους το ίδιο κι αυτός.

Κανείς δεν εσκέφθηκε ποτέ του να πεί

πως θάφευγ' απότομα το καλό παιδί.



Κάποιος φίλος λέει: Ποτάμι που κυλάει.

Μα ο διπλανός του ούτε κάν μιλάει.

Σκέπτετ' ότι ίσως κάτι θα μπορούσε

κάτι πιά να έλεγε τότε, όταν ζούσε.



Κάτι είχ΄ αρπάξει. Κάτι είχε δεί.

Μα δεν ήταν σίγουρος. ΄Ισως νάχε λάθος.

Τότε εφοβήθηκε δυό λόγια να πεί.

Τώρα το κατάλαβε. Τούλειπε το θάρρος.



΄Ενα παλληκάρι κείτεται νεκρό.

΄Ητανε καμάρι, είκοσι χρονώ.

Τώρα η μάννα κλαίει, κλαίει, μοιρολογεί.

Κάποιος δίπλα λέει: Κρίμα το παιδί.



Τί να φταίει τάχα. Τάχα ποιός μπορεί,

νάβρει την αιτία. Σίγουρα να πεί:

΄Οχι άλλη πίκρα. Κουραστήκαμε.

΄Οχι αδιαφορία. Εχαθήκαμε.



Θέλουμε μιά λύση. Να βρεθεί το πώς,

ώστε στο σκοτάδι να φανεί το φως.

Χωρίς κάποια μάννα να μοιρολογεί,

μ' ένα παλληκάρι θαμμένο στη γή.



΄Ενας άλλος πάλι στη γωνία κλαίει,

ενώ μιά φωνή ακούγεται να λέει.

Να μην περιμένεις ποτέ απ' τους άλλους,

πολύ περισσότερο από τους μεγάλους.



Στη ζωή καθένας μόνος προχωράει.

Στα προβλήματά του κανείς δε χωράει.

Αυτός μόνο έχει όλη την ευθύνη.

Δεν αφήνει άλλον να τον κατευθύνει.



Τώρα το αστέρι είναι πιά νεκρό.

΄Ενα περιστέρι είκοσι χρονώ.

Μαζί με τη μάννα που μοιρολογεί,

κλαίνε πονεμένα όλοι το παιδί.



Μιά φωνή απούγεται: Εδώ σταματάει;

Ποιός θα έχει άραγε, τη σειρά να πάει;

Μα θα περιμένουμε με δεμένα χέρια,

να πέφτουν στα σπίτια μας νεκρά περιστέρια;



΄Αλαλη η ομοίγυρη. Πού να είναι σίγουροι.

Κάπου η κατάπληξη, κάπου το παράπονο,

πώς μπορούν ν' αντισταθούν σ' έναν κόσμο άπονο.

Πώς, με τί βοήθεια, που σ΄αυτά είν΄ άγουροι.



Του μεροκάματου οι άνθρωποι απλοί,

έχουν γυμνά τα χέρια τους καί την καρδιά αγνή.

Τη μοίρα δεν περίμεναν τόσο να τους λαβώσει,

απρόσμενα ο θάνατος διπλά να τους σκλαβώσει.



΄Ισως κάποιος νάλεγε ότι δεν αρκεί,

στη δουλειά να τρέχεις, χωρίς να προσέχεις,

το στραβό, το ίσιο καί το κάθε τί.

Το κακό στη στήνει, στη γωνιά εκεί.



Μπροστά τους παλληκάρι βρίσκεται νεκρό.

Λεβεντιάς κλωνάρι, είκοσι χρονώ.

Τώρα τούτ' η μάννα, κλαίει, μοιρολογεί.

Αύριο ποιός ξέρει, ποιά ακολουθεί;



Τί να φταίει τάχα. Τάχα ποιός μπορεί,

νάβρει την αιτία. Σίγουρα να πεί:

΄Οχι άλλη πίκρα. Κουραστήκαμε.

΄Οχι αδιαφορία. Εχαθήκαμε.



Πόσα χρόνια άπρακτα, άρα θα περάσουν!

Πόσ΄ αμέριμνα παιδιά, τη ζωή θα χάσουν!

Ποιός ο φόρος της ζωής, θάναι γιά την άγνοια.

Πιό το κόστος πιά αυτής, που τη λέν' Παράνοια!......



Γνώμη του Γιάννη Ρηγόπουλου
Δεν θέλω να σε πικράνω αλλά πολύ απέχουν από το να είναι ποιήματα. Έντονος διδακτισμός, χωρίς τεχνική δόμηση, χωρίς γλωσικό θεμέλιο. Υπάρχει φυσικά μια διάθεση. Θέλεις κάτι να πεις. Όμως δεν το λες ποιητικά. Λόγια, λόγια, λόγια ιδιαίτερα στο δεύτερο ποιήμα. Η ποίηση πρέπει να έχει μια επιγραμματικότητα. Ο λυρισμός όπου υπάρχει πρέπει να μεταπλάθεται σε συμπυκνωμένη διαφάνεια.
Διάβασε ελληνες ποιητές πριν αποφασίσεις να γράψεις. Μην πεις σαν κάποιους "εγώ προτιμώ να γράφω από το να Διαβάζω". Η περιπέτεια και το παιγνίδι της λογοτεχνίας είναι δύσκολο και περιλαμβάνει και την ανάγνωση και τη γραφή. Παρθενογέννεση δεν υπάρχει. Δεν τα ξέρουμε όλα όταν ένα πρωί ξυπνήσαμε και είπαμε "θέλω να είμαι ποιητής". Οι στίχοι σου έχουν δραπετεύσει πιθανόν από μια τέτοια σκέψη.

Η άποψη του Μίχου
Το ζήτημα δεν είναι ότι τα στιχουργήματα αυτά είναι άψητα αν μου επιτρέπεται η έκφραση, το ζήτημα είναι τι λες σε κάποιον που ζητάει μια γνώμη όταν το μόνο που διαθέτει είναι η πίεση ενός εσωτερικού ρυθμού που τον ωθεί να κόβει δεκαπεντασύλλαβους στη μέση για να αρθρώσει λεκτικά μια συγκίνηση που τον κυριεύει... Το πρότυπο το ξέρω καθότι επισκέπτης τακτικός κοιμητηρίων... Γραφές αδιαβροχοποιημένες με καολίνη ξέχειλες από πόνο οικείο... σε μια στάθμη που δείχνει περισσότερο τι μας έχει μείνει από το σχολείο... αυτή η ιδέα ενός πράγματαος σε ρυθμικό λόγο που αποκαλούσαν οι δάσκαλοι ποίημα... ο διδακτισμός είναι η συνέπεια της ακολουθούσας ανάλυσης... Θα χρησιμοποιούσα αυτά τα δύο ποιήματα σαν αφετηρία για το πως περνάμε από την χύδην άποψη περί ποιήσεως στην ποίηση την ίδια...Θέλω να πω κάτι στο συντάκτη τους... Είναι τόσο χαμηλά το αποτέλεσμά του που δεν ξέρω αν θα του έλεγα να συνεχίσει ακόμη και να διαβάσει ποίηση... Επειδή κανέις δεν ξέρει, ας κάνει τον κόπο να συνεχίσει να καταθέτει γραπτώς τα ξεχειλίσματά του ενώ ταυτόχρονα να προσπαθεί να αποθέσει σε ποιήματα άλλων ένα μέρος της συγκίνησής του... Στη ζωή υπάρχουν δόξα τω Θεώ πολλοί μηχανισμοί να συγχρονίσουμε τη συναισθηματική μας φόρτιση, δεν είναι υποχρεωτικό να γίνουμε όλοι ποιητές γι αυτό... Ευχαριστώ πάντως για το θάρρος σας...

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2007

Mantalena Parianos - XJHHG-fly55

Oκτώ χρόνια τώρα είναι κάτι παράξενα πουλιά που έρχονται στην αγαπημένη αίθουσα-θεατράκι κάθε φθινόπωρο. Εκείνος, με ποτό - τσιγάρο, ένα διατρητικό πιάνο, ένα ελατηριακό ακορντεόν και ορισμένα νέα πρόσωπα στην ομάδα, κάνει πρόβες ενώ τα πουλιά αυτά, που κανένας δεν ξέρει τι είναι –δεν είναι ψαρόνια- και που Εκείνου του αρέσει να λέει ότι «είναι μαύρα σαν το χρέος», κουρνιάζουν στα παράπετα, γουργουρίζουν ή αναπουπουλιάζουν έτσι και φυσήξει λιγάκι παραπάνω.

Ο Δάσκαλος είναι ηθικός αυτουργός στο έργο. Είναι Εκείνος που κάθε σαιζόν φέρει και την ιδέα - διδασκαλία του θεάματος, με ρομαντική πίστη σε μια περιπέτεια που γίνεται κάθε χρόνο και πιο συναρπαστική.

Απόφαση της τελευταίας στιγμής, φέτος ο Δάσκαλος αποφάσισε να βάλει και τα πουλιά να παίξουν στο έργο. Θα τα χρησιμοποιούσε, είπε, τι στο καλό τα ταΐζε τόσα χρόνια και τους έδινε στέγη; Καιρός ήταν να κάνουν κι αυτά κάτι για την Τέχνη, πρόσθεσε αστειευόμενος. Τα κορίτσια ενθουσιάστηκαν γιατί αυτομάτως σήμαινε ότι θα έπαυαν να τα έχουν υπό την επίβλεψή τους και να τα παίρνουν το βράδυ στα δωμάτιά τους – μια απόφαση του Δασκάλου που όταν είχε κοινοποιηθεί είχε προκαλέσει δυσθυμία.

Δεν ήταν προγραμματισμένο να ξεκινήσουμε με αυτό το έργο, το προορίζαμε για δεύτερο έργο στη σαιζόν, αλλά ήταν γνωστό από καιρό ότι ο Δάσκαλος δούλευε πάνω σε μια σύνθεση με μελοποιήσεις Αγκιταίων ποιητριών από το 2050 και μετά, που δεν είχαν μελοποιηθεί ποτέ ως τότε.

Σκέφτηκε λοιπόν, αφού είχε ψάξει στο θέατρο και τη λογοτεχνία των γήινων, τα ποιήματα και τα τραγούδια, για να βρει στοιχεία της ζωής των πουλιών, γιατί να μην έβαζε να παίξουν και οι πραγματικοί πρωταγωνιστές, ή τέλος πάντων αυτοί που θεωρούνταν απόγονοί τους;
Ζήτησε τη βοήθεια Πανεπιστημιακών μελετητών, που πρόθυμα ήρθαν να βοηθήσουν και να εκπαιδεύουν το κοινό στα γουργουρίσματα και τις συνήθειες των πτηνών (γιατί στην εποχή που αναφερόμαστε, πριν πάει στο θέατρο, το κοινό έκανε επίσης πρόβες προκειμένου να μπορεί να ανταπεξέλθει στην απληστία της έμπνευσης των δημιουργών).

Εκεί λιγάκι τα χρειαστήκαμε, γιατί τα προγονικά αυτά πλάσματα αφοδεύουν παντού και σε αντίθεση με μας, δεν κάνουν πολύ συχνά τη γενετήσια πράξη, συνεπώς δεν ξέραμε πώς να τους φερθούμε όταν εκνευρίζονταν ή αισθάνονταν εγκλωβισμένα. Μια λύση, πρόσκαιρη όπως αποδείχθηκε, ήταν να τους βάζουμε να ακούν μουσική. Είχαν αδυναμία σε ένα μυθικό συγκρότημα ονόματι Durutti Column από μια αρχαία δισκογραφική εταιρία ονόματι Sporadic Recordings, την οποία είχε ανακαλύψει ο Δάσκαλος σε μια εξωσωματική του εμπειρία.

Πέρα από αυτό, οι συμπρωταγωνιστές μας, αποδείχθηκαν ανυπόφορα οικείοι, θα μπορούσα να πω. Όταν άρχισαν να φτάνουν τα πρώτα κομμάτια από τα έργα και τα κείμενα, από διάφορες ατάκες και από διαφορετικούς συγγραφείς και χρονολογίες, διαβάζοντας, συνειδητοποιούσα ότι οι ήρωές μας, είχαν αυτομολήσει στα έργα… Ήταν έξω. Και ήταν εδώ. Ανάμεσά μας. Απλά οι συγγραφείς τους είχαν χρησιμοποιήσει. Τα πουλιά αυτά ήταν τα ίδια πάντα, πλάσματα της καθημερινότητας. Με αυτή τη λογική προχωρήσαμε και αρχίσαμε να δουλεύουμε τη συνθήκη αυτή – γιατί όσο ερχόντουσαν στο στόμα των τωρινών πτηνών τα παλιά λόγια, έπαιρναν μια άλλη δύναμη.

Δημιουργικά πάλι, στην ομάδα τα πράγματα άλλαζαν πιο γρήγορα κι από τις διαθέσεις του Δασκάλου. Κάποιοι έφυγαν , κάποιοι άλλοι έρχονταν… Ήταν μια πάρα πολύ ωραία περιπέτεια. Ήταν η πιο συντονισμένη μας ενεργειακά προσπάθεια, με επίγνωση του στόχου. Ήταν σαφής ο στόχος του τι θέλαμε να πούμε σε αυτή την παράσταση: όσο μπορεί ο καθένας μας, πρέπει να πετάξει.

Ο τρόπος π.χ. που δινόταν άφεση στην πράξη του φόνου μέσα στην παράσταση ήταν συνταρακτικός. Μας έκανε όλες να θέλουμε να εγκληματίσουμε, εγώ μάλιστα είχα βρει και ποιον ήθελα να σκοτώσω, αλλά δεν το ομολογούσα από φόβο μην με προλάβει κάποια άλλη. Θα με τσάκιζε αυτό.

Η ιστορία των πουλιών ήταν η ιστορία της σκόνης. Και είχε πολύ αίμα. Θυμάμαι τον εαυτό μου στις πρόβες να λέει συνέχεια «ελαφρώστε το, Δάσκαλε. Δώστε μου ένα άλλοθι ελαφρότητας… όλη αυτή η κατάσταση…» και άλλα τέτοια μισόλογα, γιατί Εκείνος ερχόταν και έχωνε το χέρι του ανάμεσα στα πόδια μου για να μου δείξει με ποιο τρόπο πρέπει να γουργουρίζω όπως τα πουλιά.

Η πρεμιέρα ήταν απόλυτη επιτυχία. Το κοινό, εκπαιδευμένο, το δέχθηκε ιδανικά.

Με πήραν άνθρωποι την επόμενη μέρα και μου έλεγαν «είμαστε καλύτερα σήμερα. Με πήρε μια φίλη μου και μου είπε «με βοηθήσατε να σκοτώσω τρεις ανθρώπους που μου έχουν κάνει πάρα πολύ κακό. Αισθάνομαι εξαίσια!» Κάναμε ιαματική δουλειά στον κόσμο.

Αυτό που με συγκινεί τρομερά σήμερα, που συμπληρώνεται η δεύτερη οκταετία από την μέρα που πρωτοήρθαν τα πουλιά στο θεατράκι μας, είναι η προσέλευση του κοινού. Οκτώ χρόνια από την πρεμιέρα, ομολογώ ότι φοβόμουν ότι η παρουσία τους θα μειωνόταν λόγω και της θνητής τους υπόστασης αφού δεν ζουν 200 χρόνια όπως εμείς. Ωστόσο, με κάποιο μαγικό τρόπο έχουν καταφέρει να αναπαράγονται χωρίς να τα βλέπουμε και χωρίς να ζητούν τη βοήθειά μας.

Όσο για το έργο, κακά τα ψέματα… Όσο βαστάει η έρευνα και το ψάξιμο και το διάβασμα, τόσο αναβαθμίζεται συνεχώς η απαίτηση. Και κατά πρώτο λόγο η δικιά μας. Του κάθε συνεργάτη, του κάθε μέλους της ομάδας μας.

Δεν είναι εύκολο. Πρόπερσι όταν ανακοίνωσα στο Δάσκαλο πως δεν θα ήθελα να συμμετέχω στην επόμενη παράσταση, η κριτική και ο εξευτελισμός που υπέστην ήταν απόλυτος ενώπιον όλων. Για να ανταπεξέλθω χρειάστηκαν κάμποσες γερές δόσεις παραισθησιογόνων, αλλά τελικά τα κατάφερα να έχω σταθερές προμήθειες από XJHHG-fly55 κάθε βράδυ λίγο πριν το τρίτο καμπανάκι. Τα τελευταία χρόνια, είναι μόνος τρόπος για να ανταποκρίνομαι στις απαιτήσεις του έργου, πείθοντας τον εαυτό μου ότι πετάω.


Η άποψη του Μίχου
Ωραία η παραβολή. Και απ'οσο θυμάμαι η δεύτερη φορά που η επιστημονική φαντασία γίνεται λύση σε μια ιστορία εδώ... Πρόκειται βέβαια για την παιγνιώδη προβολή του κρίτικαλ έρρορ ... με αυτόν το τίτλο παρμένο μάλλον από καμιά πτήση σε τυχαίο έγγραφο... Περιστατικό της καθημερινότητας του γεναίου καινούριου κόσμου του Χάξλευ... Οι αρμοί οι αναγκαίοι για την διαμόρφωση ενός κόσμου που παρατηρούμε τα ήθη του καλοί... Αυτό που το προδίδει είναι ότι τότε θα μιλάμε ένα αγγλοαλβανικό ιδίωμα με κινέζικους ιδιωματισμούς... λεω με τις ίδιες πιθανότητες της κειμενογράφου... Μπορούμε να απολαύσουμε σαν προϊόν μιας ευφυίας που οδηγεί οριακά αυτό το μεταδημοσιογραφικό ιδίωμα και τη φυσιολογικότητα ενός μικροαστού ενηλίκου που το χαρακτηρίζει... Ένα τελευταίο εξαγόμενο που θα μπορούσε να βγεί είναι πως η γράφουσα αποστασιωποιούμενη παιγνιωδώς από το αφήγημά της το έχει κατά κάποιο τρόπο θωρακίσει απέναντι στις κρίσεις περιορίζοντας τη φιλοδοξία της για το κείμενο και υποσημειώνοντάς την αφηγηματικά. Μόνο που αναλαμβάνοντας το παιγνιώδες αυτού του ύφους και εμβαθύνοντας στις τεχνικές που τώρα είναι ενστικτώδεις μπορεί να κρύβει την δυνατότητα τη σοβαρή μιας ιδιοφωνίας... Το εύχομαι...

Βέβαια υπάρχει και μια άλλη ανάγνωση: Είναι τα πουλιά, ήτοι οι αντρικές παράτες φαλλοφορίων που τόσο τρέφουν το γέλιο στις μικρές θεές της καθημερινότητας της μεσογειακής υποφώσκουσας μητριαρχίας...



Σημείωση του Γιάννη Ρηγόπουλου

Έξυπνη η παραβολή και γεμάτη από νέες αναζητήσεις. Η ιστορία της σκόνης και η ιστορία του αίματος. Το πλησίασμα του φόνου με τη δικαιολόγηση. Ζητάμε το αίμα και ζούμε το φόνο. Και ύστερα με τη σκόνη ανασταίνουμε τη συμμετοχή μας.
Τα πουλιά πάντα έρχονται για να μας δείξουν πως να πετάμε. Κουβαλόντας όμως όλο το παρελθόν μας, για να μην ξεχαστεί τίποτα. Και εκεί είναι που χρειαζόμαστε τα παραισθησιογόνα. Μπορούμε να αντέξουμε το παρεθλόν μας;

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2007

Αργυρένια - Stasera insieme

Η βροχή είχε δυναμώσει. Περπατούσε γρήγορα χωρίς ομπρέλα και δεν υπήρχε ούτε ένα υπόστεγο για να την προφυλάξει. Της άρεσε αυτός ο ήχος. Θυμόταν μία ταινία μικρού μήκους που είχε γυρίσει για να τη στείλει σ’ ένα φεστιβάλ και το σενάριο απαιτούσε βροχή. Ήταν Αύγουστος μήνας και ο υδράργυρος πλησίαζε τους σαράντα βαθμούς Κελσίου. Έβαλε στο τηγάνι μία μπριζόλα και ηχογράφησε τον ήχο του λαδιού που έκαιγε. Η ψευδαίσθηση ήταν μοναδική. Ο ήχος έμοιαζε απίστευτα. Πολλές φορές , το φθινόπωρο που ακολούθησε με τους καύσωνες, έβαζε την κασέτα και άκουγε την χοιρινή με το λεμονάκι να ψήνεται. Έκλεινε τα μάτια της και φανταζόταν ότι είναι σ’ ένα στενό κάπου στην Παροικιά, βρέχει καταρρακτωδώς κι εκείνη περπατάει αργά κι αμέριμνα ακούγοντας τη βροχή. Τώρα βρισκόταν στη Σταδίου. Βιαζόταν για να προλάβει μία παρουσίαση βιβλίου και σκόνταφτε σε πεταμένες μουλιασμένες κούτες. Θυμήθηκε τη μέρα που έφυγε ο Στέφανος από το σπίτι. Το σημείωμα στην πόρτα του ψυγείου. ‘Δεν θα είμαι εγώ αν μείνω΄. Σκέπασε τους καθρέφτες με πανί σαν να είχε πένθος, έκρυψε όλα τα άλμπουμ και τα σουβενίρ από τις διακοπές τους σε κούτες στο μπαλκόνι κι εκεί τις ξέχασε μέχρι τα πρωτοβρόχια. Με αυτό το αίσθημα της νοσταλγίας πλησίαζε το μετρό, κι όχι τόσο για τον Στέφανο , όσο για εκείνη τη χοιρινή μπριζόλα.

Ανακατεύτηκε με το πλήθος, ακύρωσε το νοτισμένο της εισιτήριο και με τα χέρια στις τσέπες περίμενε στις αποβάθρες το βαγόνι που θα της άλλαζε τη ζωή. Δύο λεπτά ακόμη έλεγαν τα κόκκινα ψηφία στο ρολόι. Έγειρε το κεφάλι της στο πλάι και κοίταξε τον κόσμο. Εκατοντάδες διαφορετικά πρόσωπα, ιστορίες μπλεγμένες, ρυτίδες σε ξένα μέτωπα, άλλες από τον χρόνο, άλλες από τον πόνο. Τι σκέψεις να έχει το κάθε κεφάλι, που πηγαίνουν και από πού έρχονται όλοι αυτοί. Σκέφτηκε την Αθήνα σαν μία σκηνή θεάτρου κι όλους τους ανθρώπους γύρω της κομπάρσους σε ένα απίθανο σενάριο που κανείς δεν το γνωρίζει. Μια κυρία βάζει μέηκ απ, ένα κορίτσι γύρω στα δεκαοκτώ στύβει την κοτσίδα του, ένας άνδρας καπνίζει στα κρυφά κοιτάζοντας ένοχα δεξιά κι αριστερά. Με ποιους από αυτούς έχει ξανασυναντηθεί χωρίς να το γνωρίζει, ποιοι από όλους αυτούς δεν θα ζουν σε μία βδομάδα από τώρα, πόσοι είχαν οργασμό το τελευταίο εικοσιτετράωρο. Κουνάει το κεφάλι της απότομα, σαν να προσπαθεί να αποφύγει ένα μυγάκι, κάθε φορά που ο νους της πάει στο σεξουαλικό, αυτή την κίνηση κάνει για να ξορκίσει τη σκέψη. Πάνε ήδη έξι μήνες. Μισός χρόνος χωρίς ανδρικό άγγιγμα. Χαζεύει τις σταγόνες από τα ρούχα της που πέφτουν στο πάτωμα. Αυτοσυγκεντρώνεται και σχεδόν τις ακούει. Να ήταν οι σκέψεις μου, μονολογεί. Να’ταν οι πίκρες μου. Να΄ μουν ουρανός και να’κλαιγα. Μια γριά την κοιτάει απορημένη, μάλλον άκουσε το παραμιλητό της.

Το μετρό φτάνει μπροστά της, μπαίνει μέσα στο βαγόνι και στριμώχνεται ανάμεσα στον κόσμο. Βροχή εγκλωβισμένη σε υφάσματα, άνθρωποι που ψάχνουν αφορμή για να ξεσπάσουν. Κάποιος σπρώχνει, κάποιος φωνάζει, ένα μωρό κλαίει, ακούγεται μουσική από τα ακουστικά ενός νεαρού. Επόμενη στάση. Οι περισσότεροι κατεβαίνουν. Τρία καθίσματα κενά. Βουτάει στο ένα. Κοιτάζει στο τζάμι και βλέπει τον εαυτό της. Την ξενίζει η εικόνα. Σαν να ξέπλυνε η βροχή όλες τις εκφράσεις. Μαζί με το ρουζ και τα φτιασίδια, έφυγε και η υποψία χαμόγελου, ή η έκφραση που παίρνει όταν κάτι παρατηρεί, τότε που κάνει την παράξενη ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια, το κινέζικο ιδεόγραμμα όπως της έλεγε εκείνος.

Κλείνει τα μάτια της. Οι κραδασμοί από το τρένο την νανουρίζουν. Δένει τα χέρια της κάτω από το στήθος και συγκρατεί με τα πόδια της το μικρό σακίδιό της. Οι φωνές σβήνουν, η φασαρία χάνεται, ακούγεται ένας ήχος όπως όταν η τηλεόραση χαλάει και κάνει χιόνια. Ένα απροσδιόριστο τίποτα που δεν σ’ αφήνει να συγκεντρωθείς. Νιώθει ένα άγγιγμα στον αυχένα της. Δεν γυρνάει να κοιτάξει. Νιώθει μία γλυκιά νύστα. Μπορεί να ορκιστεί όμως πως αισθάνεται τ’ ακροδάχτυλα κάποιου να διαγράφουν κυκλάκια στον σβέρκο της. Η αίσθηση αυτή χάνεται αμέσως. Τότε νιώθει κάτι σαν ζεστή ανάσα, σαν να της μιλάει κάποιος αλλά χωρίς ήχο και το μόνο που το μαρτυρά είναι το χνώτο και οι κοφτές αναπνοές. Σαν λέξεις πνιγμένες. Μα δεν μπορεί να δει, ούτε ν’ ακούσει.

Επόμενη στάση. Μπαίνει φρέσκος αέρας. Ακούγεται πάλι βροχή. Η θέση δίπλα της αδειάζει. Κάποιος βιαστικός την καταλαμβάνει και την ξυπνάει. Βάζει τα χέρια της στο πρόσωπο σαν να το πλένει και κρατάει τα μάτια της σφιχτά κλειστά. Ξεχνιέται και αναστενάζει. Ακούει μια ψιθυριστή φωνή. Δεν μπορεί να ξεχωρίσει το νόημα. Σκόρπια λόγια, σύμφωνα και φωνήεντα χαμένα. Ξεχωρίζει μια λέξη ‘στασέρα’. Προσπαθεί μόνη της να το αποκωδικοποιήσει. Σκέφτεται ότι κάποιος πλάι της μιλάει στο κινητό του τηλέφωνο και δεν θέλει κανείς να τον ακούσει, προφανώς νομίζει πως ούτε εκείνη ακούει. Στασέρα. Μήπως είναι δύο λέξεις; Στα σέρα! Πού; Στα σέρα. Ακούει ένα πνιχτό γέλιο μα κανένα αστείο να έχει προηγηθεί και πείθεται πως όντως, η μυστηριώδης φωνή που ακούγεται αποσπασματικά είναι μέρος μιας συνομιλίας τηλεφωνικής. Δεν ανοίγει τα μάτια της. Δεν θέλει να έρθει αντιμέτωπη με το ψυχρό φως του βαγονιού, της θυμίζει νοσοκομείο, της θυμίζει την κουζίνα της, την πόρτα του ψυγείου και έξι θανατηφόρες λέξεις γραμμένες σε αυτοκόλλητο φωσφοριζέ χαρτάκι.

Επόμενη στάση η δική της. Ξεμπλέκει στα τυφλά το λουρί της τσάντας της από τις γάμπες της, κάτι που κάνει πάντα όταν μπαίνει στο μετρό γιατί είναι παραπάνω από σίγουρο ότι θα αποκοιμηθεί. Ξεμπλέκει και τα δάχτυλά της που πια έχουν μπερδευτεί με τα μαλλιά της, ανοίγει τα μάτια της και τα κλείνει αμέσως τυφλωμένη από το φως. Παρατηρεί το ζευγάρι απέναντί της. Η κοπέλα έχει επίσης αποκοιμηθεί και έχει γείρει το κεφάλι στον ώμο του καλού της, εκείνος διαβάζει ένα έντυπο και έχει ένα σβηστό τσιγάρο στα χείλη του. Δεν γυρνάει να κοιτάξει αριστερά της, νιώθει όμως με την άκρη του ματιού της κάποιον να την κοιτάζει. Άνδρας, βρεγμένος κι αυτός απίστευτα πολύ. Φαίνεται ψηλός κι αδύνατος. Δεν κρατάει κινητό, τα χέρια του είναι άδεια και τα έχει δεμένα σαν να προσεύχεται.Το βαγόνι σταματάει, οι πόρτες ανοίγουν. Σηκώνεται βιαστική και κατευθύνεται προς την πόρτα. Ακόμη δεν έχει δει εκείνον που καθόταν πλάι της, ακόμη προσπαθεί να καταλάβει τι σημαίνει η λέξη που άκουσε. Άνθρωποι προσπαθούν να βγουν, άλλοι να μπουν, ένα χάος κι εκείνη αδύναμη δεν μπορεί να ορίσει το κορμί της. Την σπρώχνουν προς τα πίσω, την παρασύρουν μαζί τους και καταλήγει τρία βήματα πίσω ενώ ακούγεται το ηχητικό σήμα πως οι πόρτες θα κλείσουν πάλι.

Το μετρό ξεκινά κι εκείνη είναι ακόμη μέσα. Γυρνάει απεγνωσμένη και κοιτάει γύρω της σαν να μπορεί κάποιος εκεί να τη βοηθήσει μα όλοι είναι απορροφημένοι με τους δικούς τους λογισμούς. Κοιτάζει στη θέση που καθόταν πριν και βλέπει μια ξανθιά κοπέλα. Δίπλα της ένας ηλικιωμένος κύριος επεξεργάζεται το γείσο του καπέλου του. Ο άνδρας πουθενά. Κάνει στροφή γύρω από τον εαυτό της, δεν τον βρίσκει. Τίποτα γνώριμο, πουθενά τα χακί βρεγμένα του ρούχα και το θολό πρόσωπο που δεν πρόλαβε να δει με την περιμετρική της όραση.

Επόμενη στάση, πηγαίνει κοντά στην πόρτα για να εξασφαλίσει πως αυτή τη φορά θα βγει έξω. Σαν κύμα ορμητικό βγαίνουν οι άνθρωποι, άλλοι γελούν, άλλοι φωνάζουν. Κι εκείνη ανάμεσά τους να μην μιλάει με λέξεις μα με το κινέζικο γραμματάκι στο μέτωπο να φωνάζει βοήθεια, φοβισμένη από τον τόσο κόσμο. Στασέρα, σχεδόν νιώθει την τούφα από το μαλλί της να κουνιέται, σαν να της το λέει κάποιος τώρα δα, σαν να έχει κολλημένα τα χείλη του πάνω της, ιδρωμένη την νιώθει την ανάσα. Στασέρα. Γυρνάει και κοιτάει πίσω και βλέπει χίλια πρόσωπα, χίλιες εκφράσεις, τίποτα γνώριμο, μία θολούρα, σαν τα χιόνια της τηλεόρασης. Ξανά.

created by Αργυρένια

Παρατηρήσεις του Γιάννη Ρηγόπουλου

Πως θα άλλαζε τη ζωή το βαγόνι; Με μια συνάντηση ή τη μεταφορά σε νέους τόπους-χώρους; Σε τέσσερις στάσεις; Μπορεί τα αισθήματα να σε πλημμυρίζουν. Αλλά το αίσθημα της νοσταλγίας για μια μπριζόλα;!!!

Κείμενο πάντως πυκνογραμμένο. Για να χωρέσει μέσα όλο τον κόσμο τον γεμάτο βάσανα που συνωστίζεται στο συρμό. Αλλά ανακατεμένο.

Δεν τονίζεται κατάλληλα ποιά είναι η αναζήτηση της ηρωίδας.

Θέλει να ξεφύγει από τον κύκλο των ρημαγμένων από τον χρόνο ή τον πόνο προσώπων,το δικό της πρόσωπο;

Ή είναι η αναζήτηση του άντρα που θα αντικαταστήσει εκείνον που έφυγε;

Η άποψη του Μίχου

Ένα απο τα καλύτερα, να μην πω το καλύτερο κείμενο που έχει φτάσει ως εδώ... Μπορεί να σταθεί δίπλα όχι στο β΄ διαλογής κέιμενο του ελληνικού ευπώλητου αλλά και στο μεταφρασμένο που μας έρχεται με περισσότερα φόντα... Αξίζει κάποιος να παρατηρήσει αυτά τα ωραία περάσματα που δηλώνουν την παρουσία του άλλου... πως με νύξεις υποβάλλει ότι είναι ο κινητήρας του μονολόγου... ακόμα η επιλογή του σκηνικού... το μετρό είναι ο πλέον ενδεδειγμένος χώρος αλλοτρίωσης των μητροπόλεων... Η πρόθεση της γράφουσας αν έχω πιάσει καλά το πράγμα είναι το βάρος στην ύφανση... βλέπω μια σειρά από αφηγηματικούς τρόπους ξοδεμένους επιτυχημένα για να πετύχουν μια πυκνότητα κειμένου αξιοθαύμαστη... Θα ήθελα να σπάσω αυτό το κείμενο σε στιγμές... ας πούμε η στιγμή της πείνας είναι στιγμή του χρόνου... η μαγνητοφώνηση του τηγανίσματος σαν σύμβολο διαθεσιμότητας άδειων χρόνων... και άλλα τέτοια ευρηματικά... Από μια τέτοια γραφή μπορούμε μόνο να έχουμε την υπέρτατη απαίτηση... Να σκίσει την οθόνη των ευπώλητων και να ανοιχτεί εκεί όπου η μυθοπλασία είναι παγκόσμια ρουλέτα και την κατοικούν γραφές από όλο τον κόσμο... Προς το αδίδακτο που περιέχει ένα συνολικό στοχασμό για το μυθιστόρημα , που αναμετριέται με τη ακρότατη διαπλοκή θεωρίας και γραφής... Προς το τελικό ζητούμενο της αφέλειας των γραφομανών... Ένα μυθιστόρημα ελληνικό που θα έχει αφήσει πίσω τον καταναλωτικό επαρχιωτισμό μας για να σταθεί δίπλα στην παγκόσμια πρόζα... Αυτό όμως δεν εξαρτάται από μια άποψη εδώ, είναι σχέδιο βίου που ελπίζουμε να το διαθέτει η γράφουσα... Για την ώρα κρατάω τη μνημείωση της απογευματινής ζωής στην Αθήνα...


Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2007

Εισαγωγικό Σημείωμα/ Critical Error Vol.2


Το Critical Error σάς καλωσορίζει στον δεύτερο κύκλο του. Μετά από 8 μήνες παρουσίας στην μπλογκόσφαιρα κι ένα μικρό αναγκαίο διάλειμμα, ξεκινάμε και πάλι με διαφορετικούς συντελεστές, παγιωμένο σκοπό και λίγη περισσότερη γνώση.

Οι αναγνώστες κειμένων κατά την περίοδο αυτή θα είναι οι Γιώργος Μίχος και Γιάννης Ρηγόπουλος. Διαφορετικοί χαρακτήρες και ίσως αντίθετοι. Άραγε θα ναι οι κριτικές τους συγκρουόμενες ή θα αλληλοσυμπληρώνονται; Θα δείξει η συνέχεια. Όσο για την αξία τους, έχουν ήδη δώσει και οι δύο διαπιστευτήρια και τους ευχαριστούμε θερμά, για την ανανέωση της συμμετοχής τον κ. Μίχο, για την αποδοχή της πρόσκλησης τον κ. Ρηγόπουλο.

Διαχειριστές την περίοδο αυτή είναι οι Mantalena Parianos, παπαρούνα και renton.

Ο σκοπός τώρα του Critical Error αποδίδεται επιγραμματικά στις εξής φράσεις του Πετεφρή και αποτελούν πολύτιμη παρακαταθήκη του:

«Αυτός που κρίνει δείχνει την κόλαση, τη δουλειά που χρειάζεται, και δε μένει στο κείμενο.Σκοπός του μπλογκ είναι οι χειρωναξία, όχι οι φιλοσοφικές ενατενίσεις».

Το ότι το blog δεν είναι κάποιο φυτώριο ταλέντων, ούτε δίνεται κάποια επιταγή στο τέλος του show θα το χετε καταλάβει. Επίσης το ότι όλοι εργάζονται ερασιτεχνικά, φιλοδοξώντας ωστόσο να επιτύχουν το καλύτερο, κάτι «επαγγελματικό» από άποψη κριτικής ή συντονισμού. Γράφαμε στο πρώτο εισαγωγικό κείμενο ότι θα επιχειρείτο η διδαχή του διδακτέου μέρους της γραφής μέσω της κριτικής κειμένων. Τώρα προστίθεται και μια άλλη παράμετρος. Το blog είναι, επίσης και κυρίως, για να διαλύσει τις όποιες αυταπάτες σχετικά με τη συγγραφή.

Ίσως κάποιοι άλλοι φορείς να προσφέρουν μια ελπίδα, ένας φως στους απογοητευμένους από την αγορά συγγραφείς-πρόσφατα ακούμε για πιστοποιητικά συγγραφής και πολλά άλλα. Το Critical Error δεν θα προσφέρει καμία βεβαιότητα, καμία ελπίδα και καμία αυταπάτη. Θα ανοίξει απλά την πόρτα προς την κόλαση.

Από τη στιγμή που θα διαβείς την πύλη, γραφιά, δε θα ορίζεις εσύ την γραφή, αλλά η γραφή θα ορίζει εσένα. Δε θα μπορείς να φας, να κοιμηθείς, να ικανοποιήσεις βασικές ανάγκες, χωρίς να σκέφτεσαι πώς να συνεχίσεις το γραπτό που άφησες στη μέση. Το βλέμμα σου θα περνά μέσα από αγαπημένα πρόσωπα σαν να είναι διάφανα, ή πάλι, θα κλέβεις τις ζωές τους για να τις χαρίζεις σε χάρτινους ήρωες. Θα γίνεις ανοργάνωτος, αφηρημένος, θα κοιμάσαι ελάχιστες ώρες.

Θα αλλάξει ο τρόπος που βλέπεις τον εαυτό σου. Δε θα κρίνεις τον εαυτό σου ανάλογα με το κοινώς παραδεκτό ήθος. Θα αναπτύξεις συγγραφικό ήθος. Για σένα το έγραψες αυτό ή για τους άλλους; Σε ενδιαφέρει να πεις την αλήθεια σου ή να αρέσεις;

Θα χάσεις τον εαυτό σου στη διαδικασία. Γιατί θα ζεις μέσα από τους άλλους, θα κολλάς πάνω τους σαν παράσιτο και θα ρουφάς το αίμα, τη ζωή τους, αυτό που θα σου δίνει υλικό να γράφεις. Τα γραπτά κοστίζουν άνθρωπο (Μίχος speaking), ή γράφονται με αίμα κατά τον πιο mainstream. Το λουκέτο του πρώτου Critical συμβόλιζε το μη αναστρέψιμο της συγγραφικής διαδικασίας. Το αίμα τώρα πάνω στη γραφομηχανή, ακριβώς αυτό.

Και το χειρότερο, γραφιά, είναι ότι θα είσαι ο μόνος που θα κρίνει την πρόοδό σου. Γιατί ακόμα κι αν πετύχεις την αναγνώριση, ακόμα κι αν νιώσεις πως κάπου έφτασες, θα σε τρώει πάντα το ότι μπορούσες και καλύτερα, ότι είσαι απάτη - και μετά πάλι απ΄την αρχή.

Το Critical Error θα σου κρατά συντροφιά στον μοναχικό δρόμο σου, ίσως κάπου σε επαναφέρει όταν κινδυνεύεις να λοξοδρομήσεις, ίσως σε προγκήξει όταν αρχίζεις να επαναπαύεσαι. Οι βιβλιογραφίες που θα προταθούν από τους αναγνώστες μας θα είναι απλά αφετηρίες, όχι ευαγγέλια. Οι αυθεντίες θα ανασκευάζονται συνέχεια.

Αυτά όσο αφορά την κόλαση. Όσο αφορά τώρα τον κρίσιμο παράγοντα «χειρωναξία»: το Critical Error, διαφοροποιούμενο από τα λογοτεχνικά φόρα, στα οποία οι θεωρητικές-φιλολογικές συζητήσεις έχουν συνήθως τον πρώτο λόγο, θα επιχειρήσει τη διαμόρφωση εργατών του λόγου the hard way. Έκθεση-κριτική-ανατροφοδότηση. Γιατί δέον είναι πλέον να διαχωρίζονται οι μελετητές της γραφής από τους συγγραφείς.

Ευχόμαστε να συνοδοιπορήσουμε όμορφα και με την πίστη πως ο καθένας απο μας θέλει το καλύτερο για και από τον εαυτό του.


Περιμένουμε τα κείμενά σας προς δημοσίευση!

(image: Eduardo Recife)

Το Διωχτικό

Υπάρχει μια εγγραφή στα ημερολόγια του Σεφέρη... πάνω κάτω λέει τα εξής: Διάβασα ξανά σήμερα την Αντιγόνη του Σοφοκλή... Είχα να τη διαβάσω είκοσι χρόνια... Τέτοια ήταν η απέχθεια που είχα γι αυτό το έργο απόταν το κάναμε στο σχλείο....

Το αναφέρω γιατί είναι το μόνο σημείο που παρασιωπούν οι κατά τα άλλα γνώστες του Σεφέρη στη φιλολογία και την παιδαγωγική...

Με άλλα λόγια αυτό σημαίνει ότι πιθανόν ο Σεφέρης θέλει να επισημάνει το γεγονός ότι τα αναγκαία κείμενα που μέλλεται να διδαχτούν στο σχολείο σαν πυξίδα στην εισαγωγή στη λογοτεχνία είναι κείμενα προς καταστροφήν... Ένα είδος αναγκαίο τίμημα, το πέρασμα από το νεκροτομείο της αίθουσας διδασκαλίας, με κείμενα θυσία για να διδαχτούν τελικά κάποιες στοιχειώδεις αφετηρίες και μια γενικευμένη αφύπνιση για το δημιουργικό συγχρωτισμό με τα κείμενα...αν φτάσουν εκεί...

Πολλοί φίλοι λογοτέχνες χάρηκαν την εισαγωγή τους στα σχολικά εγχειρίδια σαν προθάλαμο αθανασίας... Κάτω βέβαια από την προοπτική της άποψης του Σεφέρη μάλλον δεν θα έπρεπε να χαίρονται... Η προσωπική μου εμπειρία είναι ότι οι μαθητές μισούν το μάθημα της Λογοτεχνίας... Και μια έρευνα από το Κέντρο Βιβλίου για το πως βλέπουν οι μαθητές το μάθημα της Λογοτεχνίας απ' όσο ξέρω ελλείπει χρόνια τώρα.... από σχολές πάμε καλά...

Οι μοναχοί στο Όρος, όπως το παραδίδει ο Θέμος Κορνάρος, όταν ήθελαν να διώξουν επισκέπτες τους μοίραζαν ψειριασμένες κουβέρτες, τα λεγόμενα διωχτικά... Η μέθοδος αρχαία και επιτυχημένη... Δεν έχεις παρά να ακούσεις πως μεταδίδουν από ραδιοφώνου απαντήσεις για το μάθημα της Λογοτεχνίας μεγάλα φροντιστήρια... Πριν χρόνια άκουσα να αναλύουν τη Μικρή Πράσινη Θάλασσα του Ελύτη και μου ήρθε κόλπος... Ένα πό τα καλύτερα διωχτικά είναι και το μάθημα της Λογοτεχνίας...

Η κατάρρευση στον εργαλειακό λόγο είναι το ως την ώρα αποτέλεσμα σ'αυτό τον ακήρυχτο πόλεμο του Κράτους που χρόνια τώρα προσπαθεί να παράγει φτηνό προλεταριάτο και της Οικογένειας που αντιστέκεται σθεναρώς...

Οι ανώνυμοι μπορεί να φαντάζονται ότι τους λέει η γκλάβα τους και το απωθημένο τους για να ισορροπήσουν... Αλλά εγώ που έχω το φθονούμενο προνόμιο να κάνω κρίσεις αυτά λογαριάζω και λογιάζω περιμένοντας το καινούριο γραπτό:

Πως κάποιος θαρραλέος εκτίθεται θυσιάζοντας ένα κείμενό του στα πλαίσια ενός θεσμού ανοιχτού στην επίθεση των κακόβουλων για να πάρει μια γνώμη, όχι το χρησμό της Πυθίας, για την οποία στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν άλλες εγγυήσεις από το γεγονός ότι είναι γραπτή...


Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2007

Βιβλιογραφία 1

Εδώ και χρόνια κυκλοφορεί μια σειρά βιβλίων που αποτελεί μια σημαντική προσπάθεια για μια πρώτη καθοδήγηση στον κριτικό λόγο.

Πρόκειται για τη σειρά Η Γλώσσα της Κριτικής των εκδόσεων Ερμής.... Το προσόν της είναι ότι ασχολείται θεματικά κατ' ουσίαν με την ιστορία της λογοτεχνίας. Κυκλοφορούν καμιά εικοσιπενταριά τόμοι με θέματα όπως Ρεαλίσμός, Το Παράλογο, Πλοκή, Ειρωνία, Συμβολισμός, Μεταφορά, Εξπρεσιονισμός, Μοντερνισμός...

Η αναφορές γίνονται σε όλη τη Δυτική λογοτεχνία και αποτελεί μια καλή πυξίδα για κάποιον που θα ήθελε να βρει μιαν αφετηρία για παραπέρα έρευνα των βιβλίων που αναφέρονται.

Επίσης ένα καλό βιβλιαράκι από τις Εκδόσεις Καστανιώτη είναι και το βιβλίο του Θανάση Ντόκου Χρηστική Εισαγωγή στο Μυθιστόρημα... Είναι δουλειά ενός αναγνώστη και οι παραπομπές γίνονται σε βιβλία που έχουν μεταφραστεί στα Ελληνικά...

Στην επόμενη βιβλιογραφία θα προσπαθήσω να κάνω μια επιλογή για το Μεταμοντέρνο... τα πράγματα εκεί είναι πιο ρευστά και όχι τόσο ξεκαθαρισμένα...

Γιώργος Μίχος

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2007

Διευκρινήσεις

"είναι αδύνατη η άμεση μεταβίβαση των καλλιτεχνικών ταλέντων, η καλλιτεχνική διαμόρφωση του ατόμου πραγματοποιείται μες από μια σειρά αντιφατικών φάσεων: Κατάπληξη-Θαυμασμός- Μίμηση- Απόρριψη- Πειραματισμός- Κατοχή.
Δεν μpορούμε ν' αποφύγουμε καμιά από τις παραπάνω φάσεις, παρ' όλο που δεν είναι απαραίτητο να τις περάσει όλες το ίδιο άτομο.
Το πρακτικό μας συμπέρασμα είναι το εξής: εγκαταλείπουμε κάθε απόπειρα παιδαγωγκής δράσης, για να προσανατολιστούμε στην πειραματική δραστηριότητα."
ΑΣΓΚΕΡ ΓΙΟΡΝ Περί Μορφής, Εκδόσεις Νησίδες

Από τη μιά αυτό. Από την άλλη η αγγελία του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου ότι κάποιος κος Χαβιαράς διδάσκει Λογοτεχνία δι αρχαρίους... Εκεί δεν χρειάζεται καμμιά δικαιολογία...Τα πράγματα είναι καθαρά... Πληρώνεις... παίρνεις... Ποιός είναι αυτός ο Χαβιαράς; Έγραψε τίποτα; Είναι λογοτέχνης; Πότε ξανακούσατε γι αυτόν; Βάσει ποιάς θεωρίας διδάσκει λογοτεχνία... Από που φέρνει τα "μοντέρνα" αυτά ήθη με το αζημίωτο φυσικά;...

Ανάμεσα στα δυο αυτά έπρεπε να σταθούμε από την αρχή και έπρεπε να έχουμε την πονηριά προσποιούμενοι το δεύτερο να στοχεύουμε το πρώτο... σαν κρυφό σχολιό. Να εγείρουμε το Θαυμασμό για ένα βιβλίο για μια γραφή για να μπει μπροστά ο μηχανισμός της δημιουργίας... Ο νεοβάρβαρος που πληρώνει και παίρνει, ακόμα και τη ρωσίδα του, μπορεί κάθε φορά να μας πετάξει στα μούτρα τη "φυσιολογικότητα" στην οποία έρπει, ενημερωμένος από τον Κακαουνάκη που έλεγε κι ο Διονύσης... και να μας χαρακτηρίζει ελίτες ή ότι άλλο....

Η λογοτεχνία χρειάζεται ένα λεξικό λογοτεχνικών όρων για να έχεις ένα μπούσουλα που να εμβαθύνεις και κάτι που να σου εγείρει το μηχανισμό: Κατάπληξη-Θαυμασμός- Μίμηση- Απόρριψη- Πειραματισμός- Κατοχή.

Οτιδήποτε άλλο προσφέρει βεβαιότητες εκεί που υπάρχει μόνο προσωπική διακινδύνευση και στην καλύτερη περίπτωση καθυστερεί το αληθινό ταλέντο... στην χειρότερη ξαμολάει γραφομανή ψωνάκια με ξετρελαμένα πληκτρολόγια να συνωστίζονται στις πόρτες των εκδοτικών οίκων με μοναδικό "μέσον" μιας πιο ευνοϊκής αντιμετώπισης τα 500 ευρώ που έσκασαν στο ΕΚΕΒΙ. Μια μανιφακτούρα δηλαδή απάτης σαν όλες εκείνες που στήνει η σε κατάσταση μεταδιαφθοράς ευρισκόμενη παιδεία μας...

Κοινώς μας περνάνε για Αμερικανάκια...

Αν έχει κάτι να προσφέρει η συμμετοχή μου εδώ είναι κατά πρώτον να αναιρέσει το ήθος των ευπώλητων και κατά δεύτερον να εγείρει σε κάποιον τον μόνο αληθινό μηχανισμό συνέχειας της δημιουργίας που υπάρχει... και κάποιες ίσως πρακτικές διευκρινήσεις λογοτεχνικών όρων.
Καθε τι άλλο θα ήταν εκ του πονηρού και συνενοχή στην τρέχουσα απάτη...

Γιώργος Μίχος

Υ.Γ. Τις συνέπειες αυτής της απάτης του ΕΚΕΒΙ δεν θα τις χρεωθώ εγώ.... θα τις χρεωθεί ο κάθε υπουργός Πολιτισμού που στη συνείδησή μας θα παραμένει χρεωμένος τέτοιες πρακτικές, λόγω ελλειπούς ελέγχου των υφισταμένων του, λόγω άκριτου αμερικανισμού, λογω βλακείας... ανάλογα...:) Πάντως το κείμενο αυτό θα του υποβληθεί...

Υ.Γ. Και καταλάβετε γιατί οι δημοσιογράφοι των πολιτιστικών σωπαίνουν.... Δεν είναι σοβαρό το θέμα... μερικές φαμελιές κορόιδων θα πληρώσουν... μακριά από τα ναρκωτικά να είναι κι ας κάνει ότι θέλει το παιδί... το πολύ πολύ να κάνουμε υπερωρίες... ή καμιά αρπαχτή...:)

Y.Γ. Κι αν κάποιος μου πει ότι σχολές λογοτεχνίας υπάρχουν στην Αμερική και στην Ευρώπη θα του απαντήσω όπως ο Χατζιδάκις στο Παναθηναϊκό Στάδιο...: Κι αν κάποιοι έχουν ανοιχτούς τους βόθρους... πρέπει να τους ακολουθήσουμε; Το δευτερεύον συμπέρασμα και πολύ σημαντικό είναι πως σε καιρούς παρακμής, το κέντρο παρακμάζει πιο γρήγορα από τη περιφέρεια... Εκεί που ο Σεφέρης και ο Ελύτης απευθύνονταν για να βρουν υπομόχλιο να ανανεώσουν την ελληνική τέχνη... σήμερα από εκεί έρχεται μόνο παρακμή αναυθεντικότητα και "σχολές λογοτεχνίας"... Τα ψωνάκια που έρποντας γλείφοντας και με τα κερατά τους έγιναν μεταπράτες κουλτούρας αυτών των χωρών ούτε που διανοούνται τι συμβαίνει... Βλέπεις ήταν πολλές οι οικονομικές θυσίες να σπουδάσουν και στον χωριάταρο που εξασφαλίζει το βιοπορισμό τους φαίνονται πρόοδος...

Υ.Γ. Ύστερον: Αν σας τη χάλασα , συγγνώμη. Αλλά πρέπει κι εγώ κάπως να δικαιολογήσω γιατί μιλάω για ήπια δικτατορία των μέσων γιατί είμαι πολιτικός κρατούμενος και γιατί απεχθάνομαι τους δημοσιογράφους, το κοινωνικό αυτό έιτζ... Γιατί ξέρω ότι προσπαθούν και θα προσπαθήσουν να με κάνουν γραφικό... Λυπάμαι αν εκεί που θα έπρεπε να γίνει διάλογος υπάρχουν μόνο τετελεσμένα...και σιωπή σημαίνουσα... Και ούτε έχω αμφιβολία ότι οι Μήδοι θα διαβούν... Αλλά τουλάχιστον, αφού βρέθηκε ένα βήμα με κάποια απήχηση να μην λένε ότι είμαστε κορόϊδα... και ότι μας αξίζει η χυδαιότητα του πολιτισμού που υπηρετούν... Στον καθένα μένει να αναρωτηθεί γιατί απόψεις σαν αυτές δεν βρίσκουν βήμα ούτε και στις εφημερίδες της αριστεράς ούτε πουθενά... Η λογοκρισία ζει και βασιλεύει και με τρόπο χειρότερο από την εποχή του εμφυλίου... μόνο που αντί για το κνούτο βασιλεύει με την εξαγορά των συνειδήσεων... και έχει διαβρώσει και τις παραδοσιακές φωνές αντίστασης...

(Γεια σου Ελλάδα μου με τα γεμάτα Γκούντις σου και τα αδειανά απέναντι Μακ Ντόναλτς... Δυό χώρες στον κόσμο μόνο το κατάφεραν... Εκεί θα πάω να διδάξω....αρχαία ελληνικά σε Αλβανούς... :)