Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2008

Μέζα - Το Κοσμοπολίτικο Πτώμα που ταξίδευε

Ήταν μια φορά ένα Κοσμοπολίτικο Πτώμα. Που ταξίδευε.

Όλοι του λέγανε : ' Koσμοπολιτικο Πτώμα, δεν γίνεται να ταξιδεύεις. Δε γίνεται να είσαι Κοσμοπολίτικο. Αφού είσαι πτώμα.»

Όμως αυτό απαντούσε: "Όχι. Γίνεται"

"Mα Κοσμοπολίτικο πτώμα", ξανάλεγαν όλοι, "πως γίνεται να ταξιδεύεις; Πως γίνεται να είσαι Κοσμοπολίτικο; Αφού είσαι πτώμα"

Το Κοσμοπολίτικο πτώμα γελούσε και ξανάλεγε:

"Γίνεται."

Και ξαναγελούσε λίγο.

Όπου και να πήγαινε, όλοι έβρισκαν το Κοσμοπολίτικο πτώμα θανάσιμα γοητευτικό. Τον καλούσαν στα καλύτερα σαλόνια. Έβρισκαν πως διηγιόταν πολύ νόστιμα, αν και οι κύριες βιάζονταν να τελειώσει την διήγηση του για να τις σηκώσει να χορέψουν.

Γιατί το Κοσμοπολίτικο πτώμα ήταν θαυμάσιος χορευτής, και τις κύριες δεν τις ένοιαζε καθόλου αν σκάλωνε κανένα κομματάκι από τη Μύτη η το Χέρι του στα φορέματα τους. Το αντίθετο μάλιστα. Το έπαιρναν και το φυλούσαν μέσα σε μεταξωτά σακουλάκια αρωματισμένα με γιασεμί, και κάθε βράδυ το έβαζαν κάτω απ το μαξιλάρι τους κι αναστέναζαν γλυκά. Και δεν τις σταματούσε ούτε το ροχαλητό του κύριου στο διπλανό μαξιλάρι. Μάλιστα, όσο πιο δυνατό ήταν το ροχαλητό του ενός μαξιλαριού, τόσο πιο βαθιά αναστέναζε το άλλο.

Μα και οι κύριοι εκτιμούσαν πολύ το Κοσμοπολίτικο πτώμα. Οι νεότεροι έβρισκαν σε αυτό ένα πρότυπο, και οι γηραιότεροι μια γλυκιά ενθύμηση της νεοτητος των.

Και μια μέρα, το Κοσμοπολίτικο Πτώμα εξαφανίστηκε!

Στην αρχή κανείς δεν ανησύχησε. Είπαν ότι κάπου θα ταξιδεύει και θα κοσμοπολιτευεται. Όμως ο καιρός περνούσε, και κανείς δεν είχε νέα του. Ο κόσμος άρχισε να ανησυχεί.

Και δεν μπορούσαν καν να κολακευσουν τον εαυτό τους λέγοντας ότι πέθανε! Το Κοσμοπολίτικο πτώμα ήταν ήδη πτώμα και δεν μπορούσε να πεθάνει. Απλώς τους είχε βαρεθεί.

Οι κυρίες έκλαιγαν στα μαξιλάρια τους απαρηγόρητες, ενώ οι καμαριέρες προσπαθούσαν να τις συνεφέρουν με άλατα και ζεστά χαμαίμηλα.

Οι κύριοι εσφιγκαν τα δόντια τους πίσω από τα περιποιημένα τους μουστάκια και αντάλλασσαν βουβές ματιές απόγνωσης. Που πήγε;

Ο κόσμος δεν άργησε βέβαια να βρει την διέξοδο απ' αυτήν την κοινωνική κρίση. Το Κοσμοπολίτικο Πτώμα είχε αναληφθεί εις τους ουρανούς, και θα επέστρεφε όταν ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου!

Ο καιρός περνούσε, και ο θρύλος του Μεσσία-Κοσμοπολίτικου Πτώματος όλο και μεγάλωνε. Στο τηλεμαρκετινγκ, κανείς δεν προσπαθούσε να πουλήσει φυλαχτά με κομματάκια Τιμίου Ξύλου. Κανείς δεν ασχολούταν με το ζήτημα γνησιότητας της Ιεράς Σινδονης. Τώρα πια, όλοι προσπαθούσαν μανιωδώς να αποκτήσουν ένα κομματάκι από τη Μύτη η το Χέρι του Κοσμοπολίτικου Πτώματος. Κι επειδή ήταν οι κυρίες που τα είχαν κρατήσει ως φυλαχτά, αυτό τις έφερε σε θέση ισχύος, και είχαμε μια αναβίωση της μητριαρχικής κοινωνίας.

Προέκυψε κι ένα μεγάλο, πανανθρώπινο ντιμπεητ, για την κλωνοποιηση η μη του Κοσμοπολίτικου Πτώματος απ' τα εν λόγω κομματάκια. Οι παγκόσμιες συρράξεις αποφευχθησαν την τελευταία στιγμή, όταν μια κυρία ισχυρίστηκε ότι είδε Όραμα με το Κοσμοπολίτικο Πτώμα, το οποίο της παράγγελνε να πει στους ανθρώπους να σταματήσουν αμέσως τις εχθροπραξίες και να χορέψουν όλοι χαλι-γκαλι γιατί αυτό ήταν το θέλημα Του. Καθώς αυτή η κυρία είχε στην κατοχή της το μεγαλύτερο κομματάκι από τη Μύτη του, ο λόγος της θεωρήθηκε εγγύηση, και η κασέτα της Φίνος Φιλμ με τη Βουγιουκλάκη να άδει και να χορεύει:

«Μοντέρνος, ζωηρός, αληθινός χορός, ελάτε πάλι στο χαλι-γκαλι»

εξαφανίστηκε εν ριπή οφθαλμού από την αγορά.

Και το Κοσμοπολίτικο Πτώμα; Το Κοσμοπολίτικο Πτώμα παρακολουθούσε ικανοποιημένο τις εξελίξεις. Έβγαινε πια μόνο το βράδυ (με κίνδυνο να θεωρηθεί βαμπίρ, αλλά προσοχή! Δεν ήταν βαμπίρ, ήταν Πτώμα), για να διαβάσει τι λέγαν η εφημερίδες γι' αυτό.

Και ο καιρός περνούσε, και ο θρύλος του Κοσμοπολίτικου Πτώματος όλο και μεγάλωνε.

Είχε έρθει πια το πλήρωμα του χρόνου, η στιγμή προς την οποία είχε πλάσει τα σχέδια του το Κοσμοπολίτικο Πτώμα. Το Κοσμοπολίτικο Πτώμα μπορούσε να ξανακάνει την εμφάνιση του, και να αναλάβει τη θέση του Παγκόσμιου Ηγέτη.

Αλλά τελικά βαρέθηκε, και προτίμησε να πάρει έναν υπνάκο.


http://tsigaramaseskaialcohol.blogspot.com/


Η άποψη του Μίχου

Η παραβολή του κοσμικού πτώματος σκοπεύει να αποκαλύψει ένα μηχανισμό. Και μια και είσαι μπορισβιανικός έχεις καταλάβει ότι το μεγαλύτερο ζήτημα είναι η επιλογή του στόχου. Ο στόχος πρέπει να έχει συνοχή και να αποτελεί κάτι αξιοσέβαστο... και θέλει εξαντλητική εφευρετικότητα για να διεκπεραιώσεις μια παρωδία. Το μειονέκτημα εδώ είναι ότι ο στόχος γίνεται πολύ γενικός και στο τέλος παρωδείς και τις ίδιες τις προθέσεις σου. Για δοκίμασε να παρωδήσεις ένα γάμο υπό την προοπτική του ότι στατιστικά σε περίπου δυο χρόνια θα καταλήξει σε διαζύγιο. Θέλω να πω ότι αν σε ενδιαφέρει να καλλιεργήσεις την παρωδία ξεκίνα από μικρούς ορίζοντες στα θέματά σου και δοκίμασε τη φαντασία σου. Μια σειρά διηγήματα πάνω σε θεσμούς π.χ. Το μπάρ, η ουρά στην τράπεζα, ο ενημερωμένος για τις πολιτικές συνομωσίες, ο πωλητής βιβλίων στην τηλεόραση και πάει λέγοντας. Κοινωνιολογικά μιλώντας η λογοτεχνία της παρωδίας δεν είχε τύχες στην Ελλάδα κυρίως γιατί η ίδια η πραγματικότητα είναι παρωδική εδώ κι αυτό είναι μια επιπρόσθετη δυσκολία. Τη ρυθμολογία για να παράγεις το εφέ την κατέχεις κάμποσο. Ψάξε κι άλλο.

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2008

Μιχάλης Μαραγκάκης - Αυτοκαταργούμενο άτιτλο

Ο Απόλλωνας στηριζόμενος στην ασυλία που του πρόσφερε η θεϊκή του ιδιότητα, αδιαφορούσε για την αγωνία που πρόσφερε απλόχερα στις θνητές ερωμένες του. Δεν τον ένοιαζε τί θα γράψει η Ιστορία για αυτόν. Τροφή της έδινε να γεμίσει τα ανόητα συγχωροχάρτια της και τις άδειες, από έρωτα, ώρες της. Δεν το ομολογούσε, όμως η αφοσίωσή της στην καταγραφή όσων η αεικίνητη ματιά της ανακλούσε, τον εξέπλησε, τον τρόμαζε και του επέβαλε το σεβασμό. Την αισθανόταν συνεχώς πλάι του, ούριο άνεμο στο βήμα του.

Αυτή, με την πλεξούδα της μαζεμένη κάτω από το μαντίλι της, με τα παλαιομοδίτικα γυαλιά της και το χυμένο πακτωλό στραβοραμμένων ρεταλιών στο ανέγγιχτο κορμί της, έγραφε, έγραφε, έγραφε… Πίσω από την κρυστάλλινη μνήμη, την αετίσια ματιά και την ταχύτητα του μολυβιού της επέλεξε να κρύψει τον δικό της ανεκπλήρωτο ερωτισμό, τα ανείπωτα ψιθυρητά και τα άγρυπνα βράδια. Κάτω από το επιληπτικό φως της πανσέληνου και την αναποφάσιστη συννεφιά του Σεπτέμβρη θάφτηκε η νιότη και η δροσιά της.

Κι όμως, σε αιματόχρωμες ανατολές και δύσεις, αναζητούσε αυτόν που θα έσπαγε την κατάρα της. Αυτόν που θα σκάλωνε το βήμα του σε απότομη κορφή να τραγουδήσει στον ίσκιο του. Τον ίδιο που θα έτρεχε αλλοπρόσαλλα στα στενά, θα άραζε αποκαμωμένος στις χορταριασμένες γωνιές τους, θα καθρέφτιζε, με φόντο χελιδονοπετάγματα, την εκστασιασμένη όψη του σε λασπόνερα, αδιαφορώντας για απορημένα πρόσωπα περαστικών, για ειρωνικά σχόλια άλλων, για τα τρομαγμένα πρόσωπα όλων στην ξαφνική παρουσία του διαφορετικού, του αυθόρμητου.

Δεν ήταν μακριά, δεν ήταν κοντά τούτες οι ώρες για κανένα. Η Ιστορία αγέραστη, κρυφέλπιδα περίμενε. Το καλύβι της σε πρόποδες βουνού, όχι παραμυθένιου. Πού ήταν οι θαρραλέοι να τρυγήσουν το ολόγιωμο φεγγάρι; πού ήταν οι ονειροπόλοι να απαρνηθούν έστω και για λίγο το σοβαροφανές, ψυχρό και αταίριαστο ύφος που τους φόρτωσε η ηλικία, η κοινωνική τους θέση και να παλινπαιδίσουν αναπολώντας;

Οι κόρες της Ιστορίας – ξερονήσια κυκλωμένα από το θαλασσινό γαλάζιο του μανδύα - ρουφούσαν καθετί που φώτιζε ο ήλιος, το κερί, το φανάρι, καθετί που έκρυβε το κλειστό παντζούρι και η γροθιά. Αεικίνητες κόρες έπεφταν σε βράχους και στρώματα, σάρωναν δρομίσκους, κλειδώνονταν σε παλιές και τωρινές φυλακές, κρύβονταν πίσω από άγιες Τράπεζες. Έπειτα, αγγελιοφόροι αποκαμωμένοι, απίθωναν την πραμάτεια τους να την ξεδιαλύνει η γραφή και να την εναποθέσει συγυρισμένα στο χαρτί. Τα βλέφαρα βαριά, δε συναντιούνταν, δάχτυλα πλεγμένα με το μολύβι και γράμματα ολοστρόγγυλα.

Μέσα της όμως, σκέψεις πάλευαν να σιμώσουν την καρδιά, να την εγείρουν, να την κάνουν να ξεχειλίσει από προσδοκία για νίκη και ετοιμότητα για μαρτυρία. Κι αυτή θέριευε, ξερνούσε το αίμα και προσπαθούσε να περάσει τα ξύλινα τείχη που ήταν ορθωμένα γύρω της. Γινόταν αγρίμι και με δαγκωματιές πλήγωνε το ξύλο. Ύστερα από λίγο, πονούσε, κουραζόταν. Γινόταν λίθος και κουτουλούσε πάνω τους να τα γκρεμίσει. Ραγισμέμνη, σωριαζόταν χάμω. Άντρας δυνατός στο τέλος, προσπαθούσε να σκαρφαλώσει για να πηδήσει στην άλλη μπάντα. Ίδρωνε, γλιστρούσε, έπεφτε.. Στην αρχική της μορφή και ρόλο, η καρδιά υποτασσόταν, συνέχιζε να αιματώνει το χέρι που έγραφε. Δε μπορούσε δίχως τον παλμό του έρωτα. Μονάχα με αυτόν, θα μετέτρεπε το ξύλινο τείχος σε στάχτη, στην οποία θα απόθετε περήφανα το ίχνος του ποδιού της. Μέχρι τότε, η Ιστορία στο μυαλό και την καρδιά είχε δικό της δεκάλογο.

Η ιστορία οφείλει να συνεχίσει να καταγράφεται.

Οφείλει να αποτελεί μέρος που εναποτίθενται όλες οι στιγμές με μοναδικό κριτήριο την αλήθεια, το δίκαιο.

Οφείλει να κρατά αποδείξεις.

Οφείλει να αποτελεί αντίβαρο των ανθρώπινων αδυναμιών.

Οφείλει να αποτελεί ανεπηρέαστο δικαστή, αξιόπιστο μάρτυρα και δημόσιο κατήγορο.

Οφείλει να απονέμει το δίκιο και να κατακρίνει το άδικο, το ψέμα, την υποκρισία.

Οφείλει να αποτελεί φόβητρο των ανθρώπων και των θεών ακόμα.

Οφείλει να θυμίζει στους κατοπινούς αιώνες το παρελθόν.

Οφείλει να αποτελεί καταφύγιο των κατατρεγμένων, των αδικημένων και των υποδουλωμένων.

Ψίθυροι γίνονταν τούτες οι σκέψεις και τρύπωναν στ' αυτιά της, μικρόβιο και φώλιαζαν στα κύτταρά της. Οι ενοχές πλήθαιναν. Η καρδιά κατσούφιαζε, ξεγελιόταν, ημέρευε. Ακουμπούσε την πλάτη της στο τείχος που μέχρι πριν λίγο πάλευε να γκρεμίσει. Τελευταία σκέψη ερχόταν να θέσει άλλο ένα δοκάρι.

Σωστές εντολές, δε μπορείς να τις παραβλέψεις.

Προδοτική, δέκατη ανέβαλλε οποιοδήποτε εναλλακτικό τέχνασμα. Η κραυγή που είχε φτάσει ως τα χείλη και η βαθιά ανάσα κρούβονταν, οπισθοχωρούσαν, γαντζωνόντουσαν απ' όπου έβρισκαν και έμεναν εκεί μέχρι την επόμενη ανταρσία. Χλεύαζαν τις ανάσες που πήγαιναν και ερχόντουσαν έτσι απλά για να κρατήσουν την ύλη στη ζωή.

«Όλες οι ανάσες πρέπει να ορθώνουν το στήθος μέχρι εκεί που μπορεί, πρέπει να βυζαίνουν απ' τα στήθη ιαχές απελευθέρωσης. Άμα το σώμα είναι υπόδουλο, τότε τί του χρειάζονται οι ανάσες; Τάφο θέλει, λησμονιά και ευχή να μην εμφανιστεί τούτο το χτικιό ξανά».

Η καρδιά, στο γνωστό της ρόλο, καρτερούσε για επόμενη, επιτυχημένη εξέγερση. Το μπλε του μανδύα των ματιών αγκάλιαζε και πάλι με στοργή την κόρη, όπως η θάλασσα το ξερονήσι. Τραβιόταν πίσω, φανέρωνε λίγη στεριά. Φούσκωνε και έκανε βυθό λίγη ακόμα γη. Και φτου κι απ' την αρχή.


http://www.mantinadeskaipeza.blogspot.com/

Η άποψη του Μίχου

Αν κατάλαβα καλά, όπως κάποιες ιστορίες προσπαθούν να πετύχουν τη δημιουργία ενός σύμπαντος από την μικρή κοινωνία της Σκιάθου ας πούμε, εσείς κάνετε ακριβώς το αντίθετο. Θέλετε από μια ανθρωποποίηση συμπαντικών όρων όπως η Ιστορία να βγάλετε κάτι απτό όσο και μια καθημερινή ιστορία. Πριν να μιλήσω για τα αφηγηματικά θα πρέπει να σας κάνω κάποιες πραγματολογικές υποδείξεις. Εκεί που δοκιμάζετε υπάρχει τεράστια παράδοση. Ας πούμε η φράση του Χέγκελ όταν είδε το Ναπολέοντα είπε οτι είδε την ιστορία να περνάει έφιππη.
Για να στηρίξετε ένα τέτοιο κείμενο θα πρέπει να κάνετε μιαν επώδυνη αναγνωστικά αλλά και συναρπαστική περιδιάβαση σ' αυτό που λέμε Φιλοσοφία της Ιστορίας... Για να μείνω στο Χέγκελ, ο ίδιος στη δική του Φιλοσοφία της Ιστορίας, έχει σελίδες που θα σας έκαναν να ανατριχιάσετε για την ποιητική δύναμη των γραφομένων του. Σε κάποιον αναγνώστη που τα ξέρει όλα αυτά έχετε λοιπόν το δύσκολο καθήκον να συνομιλήσετε με όλα τα κείμενα φιλοσοφίας της ιστορίας που του είναι γνωστά.
Αν σας γοητεύει ακόμα το εύρημά σας ρίξτε μια ματιά σε κάποιο από τα εγχειρίδια φιλοσοφίας της ιστορίας που κυκλοφορούν. Εκεί θα δείτε ότι έχουν γίνει ικανές προσπάθειες να δοθεί ένας μπούσουλας στη συσσώρευση των γεγονότων. Μη λησμονήσετε να βρείτε και κάποια σχολιασμένη έκδοση των θέσεων για τη φιλοσοφία της ιστορίας του Βάλτερ Μπένγιαμιν. Και μόνο από το κείμενο για τον Άγγελους Νόβους θα σας ανταμείψει. (Μπορείτε να το βρείτε και στο μπλογκ μου με μιαν αναζήτηση.)
Έτσι βρίσκομαι μάλλον να σας συμβουλεύω περισσότερο σαν πολιτικός επιστήμονας και μελετητής των ουτοπιών, και που υπήρξαν οι σπουδές μου οι ακαδημαϊκές.
Στη λογοτεχνία μας υπάρχουν ικανές αναφορές για να λάβετε μια γνώση με πρώτη την Ασκητική του Καζαντζάκη που μου έρχεται στο νου. Σαν δείγμα αυτού που λέμε λογοτεχνία με φιλοσοφικό υπόβαθρο.
Ξέρω ότι είναι μεγάλο το ξεστράτισμα για την μικρή ιστορία σας, αλλά για να έχετε μια ιδέα σε ποιά παράδοση χτυπάει το κείμενό σας και κυρίως για να δείτε τι θα έκανα στη θέση σας.
Κάποια από αυτά που σας έγραψα ελπίζω να γίνουν εναύσματα... Και κρατήστε την επιθυμία για πρωτοτυπία...

Όταν προσεγγίσετε τα κείμενα που σας πρότεινα θα καταλάβετε γιατί για την ώρα δεν σας έκανα καμιά παρατήρηση αφηγηματικής τάξεως. Κάποιες από τις παρομοιώσεις σας τις βρήκα δραστικές...

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2007

wpleftyboy - Δ Δ ΔΑΙΜΟΝΕΣ απ' το Δ Δ ΔΙΑΣΤΗΜΑ

Η ξανθιά γιατρός σταύρωσε τις καλοσχηματισμένες γάμπες της δίπλα στο κεφάλι μου και δήλωσε:

"Πρέπει να αντιμετωπίσεις τους φόβους σου, να νικήσεις τους δαίμονες που σε βασανίζουν, να δεις το πρόσωπό τους, να τους κοιτάξεις στα μάτια, να απελευθερωθείς."

Θολούρα …"ψηλοτάκουνες γόβες …πολύ πουτανίστικες γκαύλα μου".

Συνήλθα εντελώς.

Ήμουν ξαπλωμένος στο ίδιο κρεβάτι κάθε Πέμπτη στις εφτά το βράδυ τις τελευταίες πέντε εβδομάδες. Η ψυχολόγος μου ήταν μια σεξουάλα, βυζαρού, πρασινομάτα με κατάλευκο δέρμα και ο λόγος των επισκέψεών μου ,ειδικά σ' αυτή, είχε να κάνει κατά ένα μέρος με την ιατρική της ιδιότητα και κατά ένα άλλο με τη φήμη, ότι είχε γαμήσει κάνα δυο ασθενείς της πάνω στο ίδιο μαύρο δερμάτινο ανάκλιντρο που ξάπλωνα για να της διηγηθώ τις φοβίες μου και να θεραπευτώ από αυτές. Είχα την εντύπωση , πως η θεραπεία μου από τον τραυλισμό και τους απαίσιους εφιάλτες που με κυνηγάνε από παιδί, θα ήταν , μια και δεν πίστευα ότι είχα και τίποτα σοβαρότερο απ' ότι όλοι οι γνωστοί μου, ένα γερό χύσιμο μέσα στο σφιχτό κορμί της γιατρού, παρά οτιδήποτε άλλο. Άλλωστε είναι γνωστό, ότι ένα γερό γαμήσι με μια τριαντάρα κούκλα θεραπεύει πάσα νόσο και πάσα μαλακία. Η μήπως είναι, ότι μια γερή δόση μαλακίας θεραπεύει πάσα νόσο μιας τριαντάρας κούκλας... η μήπως είναι, ότι μια γερή μαλακία θεραπεύει έναν τριαντάρη απ' τις φαντασιώσεις για ένα γερό γαμήσι με μια σφιχτοκώλα ψυχολόγο.... όπως και να χει το πράγμα, δεν πολυπίστευα ότι είχα ανάγκη από ψυχανάλυση, αλλά από γκόμενα και μάλλον έπρεπε να σταματήσω να βλέπω τσόντες με νοσοκόμες και γιατρίνες.

Ήταν λοιπόν η πέμπτη επίσκεψή μου στην κυρία Ανίτα. Σύμφωνα με την άποψή της, αυτή η επίσκεψη μου θα ήταν πολύ σημαντική, γιατί θα της διηγούμουνα τα σχετικά με κάτι εφιάλτες, που έβλεπα τα τελευταία είκοσι χρόνια. Είχαν αρχίσει αμέσως μετά το αυτοκινητιστικό δυστύχημα απ' το οποίο είχα σωθεί, όταν ήμουν δώδεκα, μαζί με τον ξάδερφό μου τον Νίκο και στο οποίο είχαν χάσει τη ζωή τους η μάνα του η θεία Τζούλια , ο πατέρας του ο θείος μου ο Ντίνος και ο μεγαλύτερος αδερφός του Νίκου , ο συνομήλικος μου ο Ζήνων. Αυτό έκανε τον Νίκο μοναδικό κληρονόμο μιας τεράστιας περιουσίας, που περιλάμβανε ναυτιλιακές επιχειρήσεις, σπίτια σ' όλον τον κόσμο και καταθέσεις δισεκατομμυρίων σε ελβετικές τράπεζες. Ο πατέρας μου ανέλαβε με χαρά , παρά το βαρύ πένθος ,την κηδεμονία του μικρού ανιψιού του κι εγώ έπαιξα το ρόλο του μεγάλου αδερφού του μέχρι να ενηλικιωθεί...μετά ο Νίκος ανέλαβε την κηδεμονία όλων μας και ιδιαίτερα τη δική μου καθώς ήταν φανερό από νωρίς , ότι όλη μου τη ζωή θα ήμουν το αργό άλογο της οικογένειας (για να μην πω γαϊδούρι....και μη με κοροϊδεύετε γιατί ξέρετε ότι τα γαϊδούρια φημίζονται και για κάτι άλλο εκτός από την ταπεινότητα και το πείσμα τους και έχω αρκετό και από αυτό) .

Εκεί στην Ελβετία που σπούδαζε (ενώ εγώ έτρωγα ελάχιστα απ’ τα λεφτά του σε αλκοόλ και γυναίκες βρισκόμενος σε μόνιμες διακοπές , ανίκανος για οτιδήποτε έχει σχέση με δουλειά ή σπουδές σε πλήρη αντίθεση με το Νίκο που ήταν πάντα μεγαλοφυΐα), είχε γνωριστεί και με την κα Ανίτα. Καθώς μου είπε, σπούδαζαν στο ίδιο κολέγιο και υπήρξε κάποτε γκόμενά του. Τυχερός πάντα ο ξάδερφος με τις γυναίκες και γενικά , κωλόφαρδος μια ζωή ...αν εξαιρέσουμε το ατύχημα βέβαια . Αυτός μου την είχε συστήσει για την θεραπεία, αφού του είχα εξομολογηθεί μέρος απ' τους εφιάλτες μου. Ισχυριζόταν ότι τον είχε θεραπεύσει από παρόμοια συμπτώματα στο παρελθόν και ότι έκανε φανταστικά τσιμπούκια. Βέβαια αυτό το τελευταίο, πρέπει να το είπε γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχε περίπτωση να πάω σε τρελογιατρό χωρίς έξτρα κίνητρο. Πόσο καλά με ήξερε ο μπαγάσας! Αυτό που μάλλον αγνοούσε, ήταν ότι ο καλός επαγγελματίας δεν συνάπτει ποτέ ερωτική σχέση με τον πελάτη. Είναι σ' όλες τις ταινίες με ψυχιάτρους αυτό.

Πάντως το γεγονός ότι ήμουν ξαπλωμένος στο ανάκλιντρο και είχα ελαφρές σηκωμάρες, αποδείκνυε ότι η κακή επαγγελματική φήμη της ξανθιάς με τις υπέροχες μπούκλες, που μου έδειχνε τις ποδάρες της σε γκρο πλαν κάθε Πέμπτη βράδυ τον τελευταίο ενάμιση μήνα, ενώ εγώ ήθελα να ζουμάρω στο άσπρο της κιλοτάκι, μέχρι η μύτη μου να το χαϊδέψει , δε με πολυπείραζε. Αυτό που με πείραζε, ήταν ότι οι συνεδρίες τελείωναν και δεν την είχα καταφέρει ακόμα. Το κωλόπαιδο ο Νίκος, επέμενε ότι η γιατρός ,δόκτωρ της ψυχολογίας του πανεπιστημίου του Μισκατόνικ παρακαλώ, θα μου την έπεφτε απρόκλητα και αποφασιστικά από μέρα σε μέρα. Εγώ δε βιαζόμουν, γιατί ο καλός μου ξαδερφούλης είχε αναλάβει και τα έξοδα της όλης φάσης. Και που στα σκατά είναι το Μισκατόνικ , έχω γυρίσει όλα τα χιονοδρομικά της Ελβετίας κι έχω φάει τόσες Ελβετικές τρύπες (όχι μόνο τυριού) ,αλλά δεν άκουσα ποτέ τίποτα γι αυτό ....anyway ποιος νοιάζεται τώρα πια .....η σχολή που μ’ ενδιέφερε πάντα περισσότερο , μοσχοβολούσε λίγα εκατοστά μακριά απ’ τη μύτη μου , ανάμεσα στους λευκούς μηρούς της , λίγο πιο πίσω απ’ τις όμορφες γάμπες της .

"ΚΑΙ ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΝΑ ΚΟΙΤΑΖΕΤΕ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΜΟΥ", μου φώναξε, "θα στραβολαιμιάσετε".

Αφού σας ενδιαφέρει τόσο πολύ η υγεία του λαιμού μου γιατρέ, φέρτε την καρέκλα σας λίγο πιο μπροστά, για να μη χρειάζεται να γέρνω προς τα πίσω και φέρτε και κάνα μπουκαλάκι απ το καλό, για να ρίξω λίγο μέσα στο λαρύγγι μου να ζεσταθεί και πιείτε και σεις λίγο για να χαλαρώσετε και να το ευχαριστηθείτε, σκέφτηκα.

"Σ Σ Συγνώμη γ γ γιατρέ, π παρασύρθηκα", είπα.

"Δε νομίζω να σας έδωσα δικαίωμα για κάτι τέτοιο", είπε αυστηρά.

Παλιοπουτάνα, θα τον σκίσω το Νικολάκη αν δε μου κάτσεις και σήμερα ξανασκέφτηκα.

"Λοιπόν, είστε έτοιμος να αρχίσετε?".

Αν με ρωτούσε "είστε έτοιμος να χύσετε" θα απαντούσα σίγουρα ναι.

"Ν Ν Ναι, είμαι ε ε έτοιμος", είπα… να χύσω , σκέφτηκα .

Μου ένευσε ν' αρχίσω (δυστυχώς όχι να χύσω) και πάτησε το κουμπί του ψηφιακού δημοσιογραφικού μαγνητοφώνου της.

Προσπάθησα να ελέγξω τη γκαύλα και ν' αρχίσω την πάρλα. Σκέφτηκα λίγο, έκλεισα τα μάτια και...

" Ει ει είναι σκοτάδδδι και είμαι π π πολύ π π πιτσιρικάς, γύρω στα δ δ δύο τ τ τρία χρονών, α α α ρκουδίζω...".

"Μα νομίζω ότι μου είπατε ότι οι εφιάλτες άρχισαν στα δώδεκά σας μετά το ατύχημα", διαμαρτυρήθηκε.

"Σ ΣΣτο όνειρο είμαι δ δύο-τριών γιατρέ, σας παρακαλώ, π προσπαθώ πολύ εδώ πέρα, μη με διακόπτετε”, είπα με ύφος για να πάρω ρεβάνς. ”Α Αρκουδίζω λοιπόν μέσα σ' ένα σκοτεινό δωμάτιο και χτυπάω το κεφάλι μου σε γωνίες και πονάω και κλαίω, φωνάζω τη μαμά μου, αλλά δε μ' ακούει κανείς. Το σκοτάδι είναι π πηχτό σαν κόλαση και φ φ φοβάμαι ότι κάπου θα πιάσω κάτι τ τριχωτό σα ζώο, η γλοιώδες σαν ερπετό και ότι από κάπου θ' ακούσω ένα φριχτό σύρσιμο, η μια καυτή βρωμερή αναπνοή θα φτάσει στ' αυτιά μου, αλλά ποτέ δε φτάνει και τα χτυπήματά μου στις γ γωνίες γ γίνονται όλο και πιο αγωνιώδη και επ επώδυνα. Κ Κρυώνω π πολύ και ζη η τάω βοήθεια, που κάπως βαθιά μέσα μου το ξέρω ότι δ δεν υπάρχει ελπίδα να έρθει και γι αυτό κλαίω γοερά, με αναφιλητά και ξυπνάω κα κάθιδρος και λ λαχανιασμένος και πα αα ννικόβλητος."

"Αυτό είναι όλο;", με ρώτησε σχεδόν απογοητευμένη η γιατρίνα.

"Εεεεεε, το π π πρώτο...", διαμαρτυρήθηκα.

"Συνεχίστε σας παρακαλώ", με διέταξε.

"Είμαι σ' ένα φ φλεγόμενο ξύλινο φ φρούριο από μ μ μυτερούς κορμούς δέντρων, που πολιορκείται από μια φυλή αιμοδιψών, τερατόμορφων ερυθρόδερμων, που είναι βαμμένοι με ε αίμα και κάρβουνο κι έχουν λιμαρισμένα δόντια. Θέλω να πάω να β βοηθήσω μία όμορφη κοπέλα απέναντί μου, αλλά α τ τα πόδια μου είναι καρφωμένα στο έδαφος και κάθε σκέψη για οποιαδήποτε κ κίνηση με β βασανίζει ακόμα περισσότερο και το αίμα στις φλέβες μου παγώνει από τρόμο και β βεβαιότητα ότι θ θα πεθάνω πριν κκαλά καλά κινηθώ. Ξαφνικά το φ φρούριο χ χάνεται και είμαι κκρυμμένος πίσω απ’ την ε εμπριμέ, αδιαφανή κουρτίνα του παιδικού μου δ δωματίου, όπως αυτό ήταν δ διακοσμημένο στα δ δέκα με δ δώδεκά μου χρόνια. Θέλω ν' ανοίξω την μπαλκονόπορτα, πρέπει ν' ανοίξω την μπαλκονόπορτα, δε μπορώ να κάνω αλλιώς. Ξέρω όμως ότι ένας α ασχημομούρης ιι νδιάνος περιμένει να βγάλω το ο κεφάλι μου έξω και να κοιτάξω, για να κατεβάσει το τσεκούρι του, που στάζει ε ε αίμα και να με α αποκεφαλίσει και να μου φάει τα ση η ηκώτια. Είμαι τόσο σίγουρος ότι θα πεθάνω και τόσο α απρόθυμος, που κλαίω μ μέσα στον ύπνο μ μου, αλλά ποτέ δεν ανοίγω την πόρτα, ούτε τολμάω να ξυπνήσω από μ μ μόνος μου, μ μήπως και όλα αυτά συμβαίνουν στην π πραγματικότητα και χ χάσω στ' αλήθεια το κεφάλι και το σηκώτι μου και το κλάμα μου συνεχίζεται για ώρες μέχρι το πρωί, ή μέχρι να με ξυπνήσει η μάνα μου, ή κάποια άλλη που κοιμάται μαζί μου, για να μ μ μ με σώσει απ' το μ μαρτύριο του θανάτου και απ' την αφύσικη ακινησία που με ε εξουθενώνει σ σωματικά και πνευματικά".

"Χμμμμμμ, τα πηγαίνετε καλύτερα τώρα.... αλλά ο ξάδερφός σας μου μίλησε για κάτι το οποίο έχει σχέση με το ατύχημα που είχατε όταν ήσασταν παιδιά. Θέλετε να περάσουμε σ' αυτό?", μου γλυκομίλησε.

"Ξ Ξ Ξέρετε, αισθάνομαι π π πολύ α α α άσχημα όταν μ μιλάω γι αυτό", είπα.

Ξεσταύρωσε τα πόδια της, πλησίασε πιο κοντά μου και μου χάιδεψε τα μαλλιά. Τα βυζιά της απειλούσαν να πεταχτούν έξω απ’ το σουτιέν από στιγμή σε στιγμή ...να μια απειλή που δεν πρέπει να φοβάται κανένας σκέφτηκα...Το άρωμα της με ζάλισε.

Σιχαίνομαι να μου χαϊδεύουν το κεφάλι σα να είμαι παιδάκι αλλά φαντάστηκα ότι ίσως πλησίαζε η ώρα της δικαίωσης μια και είχε γίνει επιτέλους πιο τρυφερή μαζί μου .
"Ελάτε τώρα... μπορείτε νομίζω να το κάνετε αυτό για μένα... και για σας φυσικά", είπε με τόση γλυκύτητα και αφήνοντας τόσα υπονοούμενα ώστε να αγνοήσω την ενόχληση, που μου προκάλεσε το χάδι της στο κεφάλι, καθώς πρέπει να φορούσε και κάποιο δαχτυλίδι με πέτρα σε μέγεθος κεφαλής βλήματος των 9mm, γυρισμένο από μέσα. Ίσως για να μην εκτίθεται στα λαίμαργα μάτια και να μην προκαλεί, όπως συνήθιζε να μου λέει κι ο Νίκος.

Εμένα πάντως ο πλούτος της με προκαλούσε και με διέγειρε ακόμα περισσότερο και ο πόθος μου γι αυτήν φούντωσε τόσο , ώστε αποφάσισα να ανοιχτώ και να της πω πράγματα που δεν είχα πει σε κανέναν, μπας και τελικά γαμήσω. Τι στο διάολο, στο τέλος μπορεί να μου έκανε και καλό αυτή η φάση ...όλοι έχουμε τη δόση μας έτσι κι αλλιώς .

Άντρας είμαι, υπέκυψα στα κάλη της προδίδοντας κάθε αρχή μου. Ξέρετε «ΜΗΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΕΥΣΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΣ ΝΑ ΓΑΜΗΣΕΙΣ» και τέτοια ...της τα είπα λοιπόν όλα .

"Είμαι στο πίσω κ κάθισμα του αυτοκινήτου, μια π παλιά, άνετη, λ λ λευκή μ μερσεντές με μ μπεζ δερμάτινα καθίσματα και παίζουμε με τον Ζήνωνα και τον Νίκο. Εγώ κι ο Ζήνων είμαστε σχεδόν δώδεκα χρονών και ο Νίκος, ο μικρός της παρέας ,δυο χρόνων μωρό ,πραγματικό διαβολάκι όμως, μας κάνει να γελάμε με τα καμώματά του. Είναι βράδυ και έξω ψιλοχιονίζει... όλα γυρω μας είναι άσπρα, μ μαγευτικά, ακίνητα και ο δρόμος ψιλογλιστράει. Ανεβαίνουμε σ' ένα β βουνό και η μ μερσεντές είναι φ φορτωμένη με σκι και μπότες και βαλίτσες γεμάτες ζεστά ρούχα. Φ Φοράμε ο όλοι μάλλινα πουλόβερ, είναι παραμονές Χριστουγέννων και πάμε στο σαλέ του θείου Σπύρου στην Κορτίνα ντ' Αμπέτσο.. Το ράδιο παίζει κάτι στα ιταλικά...ο θείος τραγουδάει V V Volare, oh oh,
c cantare, oh oh oh oh.
Nel blu dipinto di b b blu,
f f felice di stare lassu`. , π πόσο το μισώ αυτό το τραγούδι !

Και γελάει ...γελάει δυνατά ...έχει ρουφήξει α αρκετές τζούρες κονιάκ απ’ το φ φφλασκί του...ο δρόμος είναι όλο στροο φφές... είμαστε πάνω σε μια κατηφορική δεξιά φ φουρκέτα της διαδρομής, είμαστε όλοι εεφ φτυχισμένοι και ο θείοs γέρνει δίπλα, να δώσει ένα πεταχτό, παιχνιδιάρικο φ φφιλί στη θεία Τζούλια , που διαμαρτύρεται και του λέει να φορέσει κι αυτός τη ζώνη του και να προσέχει. Εμείς από πίσω σταματάμε μόνο μια στιγμή τα παιχνίδια, μ μαγεμένοι απ' το θαύμα του φ φφιλιού, που πρόκειται να δούμε , αλλά ο θείος μου ποτέ δεν το κάνει.... έχει το ένα του μάτι στο δρόμο, όπως και η θεία μου και μεις από πίσω διακρίνουμε απ' το μισοθολωμένο παρμπρίζ, μια σκοτεινή, σκυφτή φιγούρα στη μ μέση του δρόμου, αμέσως μετά το τέλος της φ φουρκέτας... η θεία ουρλιάζει, ο θείος φ φρενάρει και το αυτοκίνητο γλιστράει αθόρυβα προς το απροσδόκητο εμπόδιο, ανήμπορο να νικήσει την ταχύτητα, την ολισθηρότητα του χιονισμένου δρόμου και την βαρύτητα. Τελευταία στιγμή πριν πέσουμε πάνω της, η η η φ φ φιγούρα σηκώνεται, πιο σκοτεινή κι απ' το σκοτάδι, πιο μ μαύρη και πιο απειλητική απ' τη νύχτα, πιο μ μεγάλη κι απ τον τρόμο που μας κυριεύει και μας κάνει να ουρλιάζουμε όλοι μ μαζί. Παρ’ όλο που χτυπάμε πάνω της με τόση δ δ δύναμη, που το αυτοκίνητο α α ακινητοποιείται δεν ακούγεται κανένας θόρυβος από τη σύγκρουση κ και είναι τόσο συμπαγής αυτή η ασχήμια, τόσο δ δυνατή η κακία της, που δ δεν μετακινείται ούτε χιλιοστό καθώς ακούγεται μόνο η λλλαμαρίνα που τσαλακώνεται με τη συνοδεία απαίσιων ήχων . Από κει και πέρα υπάρχει μ μ μόνο πόνος."

"Αυτό είναι λοιπόν? Χτυπήσατε πάνω σε κάποιο μεγάλο ζώο?", συμπέρανε η γιατρός.

"Δε δεν τελείωσα γιατρέ και δ δεν είναι τόσο απλά τα π πράγματα ξέρετε... αυτά που θα σας πω από δω και π πέρα δεν τα έχω πει σε κανέναν γιατί φοβάμαι ότι θα με πάρουν για τρελό ή δεν ξέρω γω τι άλλο... τουλάχιστον μμ μυθο μμανή!".

"Απ' όσο ξέρω εγώ μέσω του ξαδέρφου σας, σας βρήκανε τους δυο σας την άλλη μέρα το πρωί μισοπεθαμένους, είκοσι μέτρα μακριά απ' το καμένο αυτοκίνητο, θαμμένους μέσα στο χιόνι και το αίμα, λίγο πριν περάσετε οριστικά το κατώφλι του θανάτου. Τον κρατούσες σφιχτά αγκαλιά και αυτό τον έσωσε.

Μου είπε μάλιστα ότι γι αυτό σου οφείλει παντοτινή ευγνωμοσύνη . Η εκδοχή της αστυνομίας είναι ότι χτυπήσατε σε κάποιο δέντρο αφού βγήκατε απ' το δρόμο. Η σύγκρουση προκάλεσε τη φωτιά και σεις γλιτώσατε, γιατί πεταχτήκατε έξω απ' τ' αυτοκίνητο από μια ευτυχή σύμπτωση. Φαίνεται μάλιστα ότι βλέποντας ότι θα χτυπούσατε τον άρπαξες στην αγκαλιά σου . Βέβαια οι άλλοι τρεις επιβάτες κάηκαν σε σημείο που να μην είναι καν εφικτή η νεκροψία", δήλωσε μελοδραματικά η κυρά-γιατρίνα.

"Έτσι λένε όλοι γιατί δδεν άκουσαν α αυτά που θ' ακούσεις εσύ τώρα κούκλα μου", την προετοίμασα για τη συνέχεια. Δε φάνηκε να την πειράζει καθόλου το “κούκλα μου”. Αν δεν την έριχνα και μ’ αυτό που θα της έλεγα, δε θα έπεφτε με τίποτα.

"Μετά τη σύγκρουση ποονούσα και β βογκούσα, αλλά είχα τις αισθήσεις μου μέχρι εένα σημείο. Η φωτιά δεν προκλήθηκε απ' τη σύγκρουση, α αλλά την άναψε το πλάσμα. Το φριχτό πλάσμα που προκάλεσε και το ατύχημα. Και δεν ήταν ζώο κυρία μου, όχι. Ήταν το τίποτα , ήταν μόνο σκοτάδι, όπως σου είπα... μμ μια μ μαύρη σκιά που άνοιξε τις πόρτες του αυτοκινήτου , έσκυψε μέσα και χάραξε το λαιμό του αναίσθητου θείου μου και της θείας μου, την ώρα που αυτή γεμάτη εε αίματα εε εκλιπαρούσε για τη ζωή των παιδιών της και τη δικιά μου. Με σαδιστικές, αργές κίνησεις έδειχνε να απολαμβάνει κάθε ατέλειωτο δευτερόλεπτο.....και ήταν σαν να μας κοίταζε . Το κρύο που νοιώθαμε απ’ το , ααας το πούμε β βλέμμα του, μια και στην ουσία ήταν μόνο το βαθύτερο σκοτάδι, δεν θέλω να το νοιώσω ποτέ πια . Ήταν ένα κρύο φερμένο από κάποιο άλλο κόσμο που σε πάγωνε πρώτα από μέσα . Μπροστά του ο χιονιάς ήταν ένα καλοκαιρινό, δροσερό αεράκι . Α αφού τελείωσε, ήρθε στα πίσω καθίσματα και χάραξε πρώτα το λαιμό του Ζζηήνωνα. Το αίμα του τινάχτηκε σαν σιντριβάνι πάνω μου. Τον χάραζε και με κοίταζε. Με κοίταζε και ε ένοιωθα κάθε σπίθα θέλησης για ζωή να μ’ εε εγκαταλείπει . Το μόνο που ήθελα ήταν να πεθάνω και να γίνω δικός του μια ώρα αρχύτερα. Το φτωχό παιδί ήταν ήδη αναίσθητο και δεν κατάλαβε τίποτα. Μετά χάραξε το Νίκο. Στο λαιμό… α αργά αργά και το αίμα του τινάχτηκε μ’ ένα ζωηρόχρωμο, κόκκινο πίδακα πλημμυρίζοντας το πίσω κάθισμα , εμένα και τον ήδη νεκρό συνομήλικο ξάδερφο μου. Δεν ακούστηκε σχεδόν τίποτα ... είχε χάσει κι αυτός τις αισθήσεις του πολύ νωρίτερα. Μετά το πλάσμα ββ ου ούτηξε το δάχτυλό του, το οποίο έλαμπε με χρώματα που ευτυχώς δεν ξαναείδα ποτέ από τότε, σε τίποτα πάνω στη γη, μμ εέσα στο τραύμα του λαιμού του Νίκου και έφερε το δάχτυλό του προς τα κει που θα έπρεπε να ήταν το στόμα του, αν είχε πάνω του ίχνη ανθρώπινης φύσης. Όλα αυτά σιωπηλά, χωρίς ν' ακουστεί ο παραμικρός ήχος απ' αυτό το τέρας, εκτός από το αίμα που αάφριζε. Μόνο ανεξίτηλες ,εκκωφαντικές ροζ φφ υυσαλίδες έσκαγαν στ΄αυτιά και στα παιδικά μου μάτια….ζζζωηρό, κόκκινο αίμα έτρεχε σε πορφυρά ρυάκια πάνω στα μπεζ καθίσματα, στραγγίζοντας από τους συγγενείς μου κάθε ίχνος ζωής . Μια λάμψη με εναλλασόμενα χρώματα, φερμένα έξω απ’ αυτόν τον κόσμο, έκανε το δάχτυλο να ξεχωρίζει απ' το σκοτεινό σώμα του πλάσματος, κι ένα μεγάλο πετράδι δδεε μένο σ' ένα δδ ααχτυλίδι ακτινοβολούσε παγωνιά και θάνατο . Μετά θα πρέπει να μας έσυρε έξω και να έκαψε ότι είχε μείνει από το αυτοκίνητο και τους νεκρούς . Το χιόνι που έπεφτε θα κάλυψε τα υπόλοιπα ίχνη. Πάντως δεν πεταχτήκαμε από καμιά καλή τύχη έξω και πως θα γινόταν αυτό χωρίς να χτυπήσουμε αφού έκανε πολύ κρύο και είχαμε όλα τα παράθυρα κλειστά και μάλιστα εγώ φορούσα ζώνη ασφαλείας".

Μόλις τέλειωσα την τελευταία μου φράση, η όμορφη γιατρός έσκυψε προς το μέρος μου για να ξαναχαϊδέψει τα μαλλιά μου. Αντανακλαστικά τράβηξα το κεφάλι μου μακριά απ’ το χέρι της. Αυτή τη φορά ένοιωσα μια ανατριχίλα να ξεκινάει από τα βάθη της ψυχής μου. Γύρισα τα μάτια μου και είδα το κάτω μέρος των λεπτών, αριστοκρατικών δαχτύλων της με τα μεγάλα γυαλιστερά και… ω θεέ μου…!!! κοφτερά νύχια και την τεράστια πέτρα του δαχτυλιδιού της . Η φρίκη των χρωμάτων που αντίκρισα, μ’ έκανε να χλομιάσω και να χάσω για μια στιγμή τη μιλιά μου.

Είδα την έκφραση της κας Ανίτας και την περίεργη λάμψη των ματιών της. Μου φάνηκε ότι άλλαξαν χρώμα και είδα μέσα τους αντανακλάσεις των ίδιων απόκοσμων χρωμάτων, που είχα πρωτοδεί πριν είκοσι χρόνια . ”Δ δ δαίμονες απ’ το δ δ δ διάστημα “ τραύλισα ψιθυριστά και αμέσως μετά σε μια σπάνια για μένα στιγμή διαύγειας, προσπάθησα να την παραπλανήσω.

"Φ Φ Φ Φυσικά γ γιατρέ, όλα α α α αυτά γ γίνονται στον εφ φιάλτη μου και δεν πρέπει να δίνουμε και π πολλή σημασία στις χαζομ μάρες που βλέπουμε στα ο όνειρα, ε ε έτσι?", είπα δήθεν ήρεμος, προσπαθώντας να κρύψω τον πανικό μου απ' την γιατρίνα καθώς τα μάζευα για να φύγω βιαστικός, ενώ ταυτόχρονα έψαχνα να ξαναδώ την πέτρα του δαχτυλιδιού της, την οποία τόσο επιμελώς έκρυβε, για να σιγουρευτώ .

"ΜΑ ΠΟΥ ΠΗΓΑΙΝΕΤΕ? ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΣΑΜΕ ΓΥΡΙΣΤΕ ΠΙΣΩ, Ο ΝΙΚΟΣ ΕΙΝΑΙ ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΕΝΑ ΑΣΧΗΜΟ ΟΝΕΙΡΟ, ΓΥΡΙΣΤΕ ΠΙΣΩ ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ", φώναζε έξαλλη πίσω μου η κα Ανίτα, το παλιομπάσταρδο, αηδιαστικό, δολοφονικό, εξωγήινο σκατόπραμα, που με στοίχειωνε τόσα χρόνια .

Έτρεξα έξω με όλη τη δύναμη των φτερούγων, με τις οποίες προίκισε τα πόδια μου ο υπερφυσικός φόβος. Πέταξα μέχρι το γραφείο του Νίκου, πέρασα εύκολα την φρουρά της εισόδου γιατί με γνώριζαν όλοι σαν τον αγαπημένο, τραυλό , τρελούτσικο ξάδερφο και δεν περίμενα ούτε καν να με αναγγείλει η γραμματέας του, που φώναζε "ΠΟΥ ΠΑΤΕ ΚΥΡΙΕ ΛΕΥΤΕΡΗ ...ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕ ΒΛΕΠΕΙ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ ΧΩΡΙΣ ΡΑΝΤΕΒΟΥ". Οι φωνές της προκάλεσαν την παρέμβαση του αγαπημένου μου εξαδέρφου, ο οποίος με παρακάλεσε να ηρεμήσω και να περάσω στο γραφείο του. Του διηγήθηκα την ιστορία μου για την εξωγήινη σκύλα, που είχε σκοτώσει τους γονείς και τον αδερφό του και που τώρα ήθελε να σκοτώσει και μένα και ίσως και κείνον, έναν αρχηγό κράτους, τον μελλοντικό ηγέτη της ενωμένης Ευρώπης, κατά γενική ομολογία. Το καμάρι της πατρίδας, το νέο αίμα της πολιτικής, το άφθαρτο, κοφτερό μυαλό που θα έλυνε όλα τα προβλήματα όλου του κόσμου .

Προσπάθησε να με καλμάρει, λέγοντας μου ότι ήξερε την Ανίτα πολλά χρόνια και ότι ήταν μια αξιολάτρευτη κυρία και... και.... και ότι τον είχε ενημερώσει για την ανάρμοστη συμπεριφορά μου και ότι ήμουν υπερβολικός όπως πάντα και ότι μ' αγαπούσε και με συντηρούσε τόσα χρόνια, αλλά εγώ πάντα πρόδιδα την εμπιστοσύνη του....

Τον άκουγα και δε μπορούσα να πιστέψω τ' αυτιά μου. Του ζήτησα να μου δείξει τα χέρια του... τις παλάμες του από μέσα. Να δω την πέτρα αυτού του μεγάλου δαχτυλιδιού που είχε κι αυτός μόνιμα γυρισμένη προς τα μέσα, για να την προστατέψει απ' τα λαίμαργα βλέμματα, όπως μου έλεγε. Ο Νίκος σήκωσε το τηλέφωνο καθώς παραληρούσα και φώναξε την ασφάλεια και μου χαμογελούσε μ' αυτό το ψεύτικο φωτογενές χαμόγελο, που έκανε εμένα και όλο τον κόσμο να τον πιστεύει.... να πιστεύει όλα τα ψέματα, που του αράδιαζε τόσα χρόνια τώρα... τα ψέματα που τον έφεραν εδώ που είναι .... και τα μάτια του.... τα σπινθηροβόλα, γοητευτικά μάτια του ηγέτη ιριδίζανε και άλλαζαν αυτά τα απερίγραπτα χρώματα , φερμένα κατευθείαν από κάποιον άλλο, μακρινό κόσμο. Πρόλαβα να ορμήξω πάνω του με τη δύναμη που δίνει η οργή και η απελπισία στους προδομένους ανθρώπους και να βάλω και τα δυο μου χέρια στο λαιμό του . Μέσα σε απόλυτη σιωπή, τον έσφιγγα τόσο δυνατά στο καρύδι που δεν μπορούσε να βγάλει άχνα . Είχε αρχίσει να γίνεται μωβ και η γλώσσα του έχασκε έξω από το στόμα , όταν ακούστηκαν φωνές και τρεχαλητά απ' έξω . Οι άντρες της ασφάλειας μπούκαραν μέσα στο γραφείο και με τράβηξαν από πάνω του για να με ακινητοποιήσουν αμέσως μετά . Τον είδα να κρατάει το λαιμό του με τα δυο του χέρια προσπαθώντας να αναπνεύσει . Βογκούσε κι έβηχε . Τον έφτυσα . Κάποιος με χτύπησε στο κεφάλι κι έχασα τις αισθήσεις μου .

Συνήλθα εντελώς .

Ανοιγοκλείνω τα βλέφαρα μου , ξεθολώνω και βλέπω καθαρά . Απόλυτη σιωπή.

"Τώρα μιλάνε τα μάτια μωρό μου". Οι ψηλοτάκουνες γόβες χτυπάνε ρυθμικά στα λευκά αστραφτερά πλακάκια και στέκονται δίπλα μου. Κοιτάω ψηλά. Θεέ μου σώσε με.. οι βυζάρες της θα χυθούν πάνω μου , θα με πνίξουν. Τα φως παίζει περίεργα παιχνίδια στα μάτια της . Κρύο φως. Είναι καλοκαίρι αλλά τρέμω . Η τρεμούλα ξεκίνησε κάπου από τον βαθύτερο εαυτό μου και ανεβαίνει . Φόβος .

Η μεγάλη σύριγγα χαμογελάει μοχθηρά και σηκώνεται ψηλά. Αρχίζω να χτυπιέμαι και να στριφογυρνάω σα φίδι για να ξεφύγω απ' τα λουριά που με κρατάνε ξαπλωμένο. Θέλω να τρέξω μακριά, αλλά βαθιά μέσα μου γνωρίζω ότι αυτό είναι αδύνατο. Θα πεθάνω; Γλυκιά
μανούλα ξύπνα με. Σώσε με απ' αυτούς . Η απόλυτη σιωπή και το κρύο με καταπίνουν . Απελπισία .

Απελπισμένος ξεσπάω σε ικεσίες και βρισιές γνωρίζοντας πόσο μάταιες είναι.

"Πιάστε αυτόν Γιατρέ... αφήστε εμένα και πιάστε αυτή την κωλοεξωγήινη ρουφήχτρα που θέλει να κυβερνήσει τον κόσμο... αλήθεια σας λέω Γιατρέ, πιάστε αυτό το σκατόπραμα, που πήρε τη θέση του Νίκου... πάρτε την αστυνομία να το μαγκώσει... το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να ζητήσετε να σας δείξει τα χέρια του... ...όχι δε θέλω ένεση... όχι σε μένα Γιατρέ, σ' αυτούς να την κάνετε μπας και ψοφήσουν.... "

"Ηρέμισε, σε λίγο όλα θα γίνουν όμορφα όπως πριν" ."δεν τραυλίζεις πια ! είδες ;"

Η σύριγγα είναι ψηλά. Την πιέζει λίγο να βγει ο αέρας από μέσα, κι ένας μικρός πίδακας βγαίνει ορμητικά απ' τη βελόνα και με βρέχει. Σηκώνει το μανίκι, της πυτζάμας με τις άσπρες και μπλε ρίγες που φοράω και νοιώθω το τσίμπημα της λεπτής βελόνας. Το ελαιώδες φάρμακο χύνεται βίαια και επώδυνα στο αίμα μου. Επιτίθεται σε όλες μου τις αισθήσεις. Ροζ φυσαλίδες σκάνε στ'αυτιά και τα μάτια μου. Πριν ξαναθολώσει εντελώς το κεφάλι μου.... στην τελευταία αναλαμπή της λογικής, το βλέμμα μου δραπετεύει στο γραφείο της κας Ανίτας. Χαλαρώνω στο μαύρο δερμάτινο ανάκλιντρο και βλέπω τις λευκές γάμπες της να ξανασταυρώνονται λίγα εκατοστά πίσω μου... Χαμογελάω ευχαριστημένος και ο γαϊδουρινός φιλαράκος μου μέσα στην άσπρη σκελέα κουνιέται ζωντανός , κάνοντας με να ξεχάσω το τραύλισμα , τη δυστυχία μου και τους σφετεριστές της παγκόσμιας εξουσίας .όπως έκανε πάντα. Ίσως για πάντα αυτή τη φορά.


ΥΓ. πρέπει να ευχαριστήσω τον κύριο lovecraft, σε ιστορία του οποίου υπάρχει αναφορά στο παραπάνω ανοσιούργημά μου.


http://wpleftyboy.blogspot.com/


H άποψη του Μίχου

Δεν έχω καμιάν αντίρρηση να προσπαθεί κάποιος να απομυθοποιήσει την ψυχαναλυτική συνεδρία, αλλά εδώ δυστυχώς έχουμε όλες τις προβολές που κυκλοφορούν ως μύθοι γύρω από το φαινόμενο... Ψυχαναλυτικά δείχνουν φόβο και σαν αναπλήρωση προτάσσεται αυτή η ας την πούμε φρασεολογία των ερωτικών τελεστών... Κατά περίεργο τρόπο στην αφήγηση η κατά μέτωπον χρήση αποδίδει λιγότερο από τον υπαινιγμό όταν μιλάμε για τέτοια πράγματα.
Στο βαθμό που κάποιος θα επιθυμούσε να μάθει να διαχειρίζεται τέτοια θέματα, θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε με πρόπλασμα αυτή την ιστορία στοχεύοντας στο να αναλύσουμε γιατί κάποια πράγματα δεν λειτουργούν και κυρίως να δείξουμε στρατηγικές για το πως μια πρόθεση μπορεί να γίνει κάτι που να την εισπράττει και ο αναγνώστης με κατάλληλη χρήση αφηγηματικών τεχνικών... Μια και δεν έχουμε αυτή την πολυτέλεια θα σας συνιστούσα να πάρετε ένα βιβλίο από αυτά που έχετε διαβάσει και να το ξαναδιαβάσετε δίνοντας αυτή τη φορά περισσότερη σημασία στο πως τα λέει και όχι στο τι λέει... Ή κάτι πιο απλό: Δοκιμάστε να γράψετε την ίδια ιστορία από μνήμης σε μερικούς μήνες χωρίς να συμβουλευτείτε το ήδη γραμμένο και συγκρίνετε τις δυο εκδοχές... Δεν σας λέω αν είναι καλή ή κακή... σας λέω όμως πως κατά την άποψή μου, μια άποψη είναι, είναι κάτω από το εκδόσιμο... Καλά κουράγια και καλή συνέχεια...

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2007

Ρούβελας- 2 ποιήματα


ΖΗΤΗΜΑ ΑΡΧΗΣ



Σαν το τοπίο είναι γκρίζο.

μην αρνηθείς να το διαβείς.

Όταν διστάσεις, κάνεις πίσω,

δε θα μπορέσεις να σταθείς.


Δε θέλει δίλημμα ο δρόμος.

Δώ είναι ζήτημα Αρχής.

Όταν σε γυροφέρνει ο φόβος,

μη σ' εμποδίσει να σκεφθείς.



Να έχεις πάντα την ελπίδα

ότι θα δείξει ο καιρός.

΄Εχεις αόρατη ασπίδα,

εφόσον είσαι καθαρός.



Φαντάσματα που σε τρομάζουν

σαν τον καπνό θα διαλυθούν.

Βεβαίως την ψυχή τραντάζουν.

Στιγμές δικαίωσης θαρθούν.


΄Οποιο συμβιβασμό άν κάνει

εκείνος που δεν έχει Αρχή,

στο τέλος το παιγνίδι χάνει.

Μόνο η ντροπή κυριαρχεί.



***


ΣΗΜΑΤΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ



Ένα περιστέρι βρέθηκε νεκρό.

΄Ηταν έν' αστέρι είκοσι χρονώ.

Μία μάννα κλαίει καί μοιρολογεί,

λέει πονεμένα: Πάει το παιδί.



Βρέθηκε χαμένο σ΄ ένα πέλαγο.

Κανείς δεν εσκέφθηκε το δράμα του.

Ο καθένας έχει το φορτίο του

που δεν τον αφήνει καθαρά να δεί.



Χάθηκ' η ζωή του χωρίς να τη ζήσει.

Πουθενά δε θέλησε κάτι να ζητήσει.

Αποκλεισμένο πέρασε σ' έρημο λειβάδι

ώσπου τέλος χάθηκε σε βαθύ σκοτάδι.


Στ' άψυχο το χέρι υπάρχει το σημάδι.

΄Εκαν' η κατάρα τον κόσμο ρημάδι.

Πώς βρέθηκε το παιδί σε αυτό το δρόμο.

Πώς η μοναξιά του νίκησε τον τρόμο.



Τώρα το αστέρι είναι πιά νεκρό.

΄Ενα περιστέρι είκοσι χρονώ.

Η καμμένη μάννα κλαίει, μοιρολογεί,

όλο μουρμουρίζει: Πάει το παιδί.


Θυμάτ' από τότε, πριν πολύ καιρό,

τότε που το είχε ακόμα μωρό.

Λέγανε τ' ανάστησε. ΄Εδωσε την ψυχή της

να το δεί να στέκεται στη ζωή μαζί της.



΄Ολα πιά γκρεμίστηκαν. Χάθηκαν τα όνειρα.

Η ελπίδα έσβησε.΄Εμεινε στο ράφι.

Αναπάντεχα έγινε τ' όνειρο εφιάλτης.

Ιστορίες άδικες η ζωή μας γράφει.



Πατέρας αμίλητος. Βαρύς, σκυθρωπός,

μαζί με τους άλλους το ίδιο κι αυτός.

Κανείς δεν εσκέφθηκε ποτέ του να πεί

πως θάφευγ' απότομα το καλό παιδί.



Κάποιος φίλος λέει: Ποτάμι που κυλάει.

Μα ο διπλανός του ούτε κάν μιλάει.

Σκέπτετ' ότι ίσως κάτι θα μπορούσε

κάτι πιά να έλεγε τότε, όταν ζούσε.



Κάτι είχ΄ αρπάξει. Κάτι είχε δεί.

Μα δεν ήταν σίγουρος. ΄Ισως νάχε λάθος.

Τότε εφοβήθηκε δυό λόγια να πεί.

Τώρα το κατάλαβε. Τούλειπε το θάρρος.



΄Ενα παλληκάρι κείτεται νεκρό.

΄Ητανε καμάρι, είκοσι χρονώ.

Τώρα η μάννα κλαίει, κλαίει, μοιρολογεί.

Κάποιος δίπλα λέει: Κρίμα το παιδί.



Τί να φταίει τάχα. Τάχα ποιός μπορεί,

νάβρει την αιτία. Σίγουρα να πεί:

΄Οχι άλλη πίκρα. Κουραστήκαμε.

΄Οχι αδιαφορία. Εχαθήκαμε.



Θέλουμε μιά λύση. Να βρεθεί το πώς,

ώστε στο σκοτάδι να φανεί το φως.

Χωρίς κάποια μάννα να μοιρολογεί,

μ' ένα παλληκάρι θαμμένο στη γή.



΄Ενας άλλος πάλι στη γωνία κλαίει,

ενώ μιά φωνή ακούγεται να λέει.

Να μην περιμένεις ποτέ απ' τους άλλους,

πολύ περισσότερο από τους μεγάλους.



Στη ζωή καθένας μόνος προχωράει.

Στα προβλήματά του κανείς δε χωράει.

Αυτός μόνο έχει όλη την ευθύνη.

Δεν αφήνει άλλον να τον κατευθύνει.



Τώρα το αστέρι είναι πιά νεκρό.

΄Ενα περιστέρι είκοσι χρονώ.

Μαζί με τη μάννα που μοιρολογεί,

κλαίνε πονεμένα όλοι το παιδί.



Μιά φωνή απούγεται: Εδώ σταματάει;

Ποιός θα έχει άραγε, τη σειρά να πάει;

Μα θα περιμένουμε με δεμένα χέρια,

να πέφτουν στα σπίτια μας νεκρά περιστέρια;



΄Αλαλη η ομοίγυρη. Πού να είναι σίγουροι.

Κάπου η κατάπληξη, κάπου το παράπονο,

πώς μπορούν ν' αντισταθούν σ' έναν κόσμο άπονο.

Πώς, με τί βοήθεια, που σ΄αυτά είν΄ άγουροι.



Του μεροκάματου οι άνθρωποι απλοί,

έχουν γυμνά τα χέρια τους καί την καρδιά αγνή.

Τη μοίρα δεν περίμεναν τόσο να τους λαβώσει,

απρόσμενα ο θάνατος διπλά να τους σκλαβώσει.



΄Ισως κάποιος νάλεγε ότι δεν αρκεί,

στη δουλειά να τρέχεις, χωρίς να προσέχεις,

το στραβό, το ίσιο καί το κάθε τί.

Το κακό στη στήνει, στη γωνιά εκεί.



Μπροστά τους παλληκάρι βρίσκεται νεκρό.

Λεβεντιάς κλωνάρι, είκοσι χρονώ.

Τώρα τούτ' η μάννα, κλαίει, μοιρολογεί.

Αύριο ποιός ξέρει, ποιά ακολουθεί;



Τί να φταίει τάχα. Τάχα ποιός μπορεί,

νάβρει την αιτία. Σίγουρα να πεί:

΄Οχι άλλη πίκρα. Κουραστήκαμε.

΄Οχι αδιαφορία. Εχαθήκαμε.



Πόσα χρόνια άπρακτα, άρα θα περάσουν!

Πόσ΄ αμέριμνα παιδιά, τη ζωή θα χάσουν!

Ποιός ο φόρος της ζωής, θάναι γιά την άγνοια.

Πιό το κόστος πιά αυτής, που τη λέν' Παράνοια!......



Γνώμη του Γιάννη Ρηγόπουλου
Δεν θέλω να σε πικράνω αλλά πολύ απέχουν από το να είναι ποιήματα. Έντονος διδακτισμός, χωρίς τεχνική δόμηση, χωρίς γλωσικό θεμέλιο. Υπάρχει φυσικά μια διάθεση. Θέλεις κάτι να πεις. Όμως δεν το λες ποιητικά. Λόγια, λόγια, λόγια ιδιαίτερα στο δεύτερο ποιήμα. Η ποίηση πρέπει να έχει μια επιγραμματικότητα. Ο λυρισμός όπου υπάρχει πρέπει να μεταπλάθεται σε συμπυκνωμένη διαφάνεια.
Διάβασε ελληνες ποιητές πριν αποφασίσεις να γράψεις. Μην πεις σαν κάποιους "εγώ προτιμώ να γράφω από το να Διαβάζω". Η περιπέτεια και το παιγνίδι της λογοτεχνίας είναι δύσκολο και περιλαμβάνει και την ανάγνωση και τη γραφή. Παρθενογέννεση δεν υπάρχει. Δεν τα ξέρουμε όλα όταν ένα πρωί ξυπνήσαμε και είπαμε "θέλω να είμαι ποιητής". Οι στίχοι σου έχουν δραπετεύσει πιθανόν από μια τέτοια σκέψη.

Η άποψη του Μίχου
Το ζήτημα δεν είναι ότι τα στιχουργήματα αυτά είναι άψητα αν μου επιτρέπεται η έκφραση, το ζήτημα είναι τι λες σε κάποιον που ζητάει μια γνώμη όταν το μόνο που διαθέτει είναι η πίεση ενός εσωτερικού ρυθμού που τον ωθεί να κόβει δεκαπεντασύλλαβους στη μέση για να αρθρώσει λεκτικά μια συγκίνηση που τον κυριεύει... Το πρότυπο το ξέρω καθότι επισκέπτης τακτικός κοιμητηρίων... Γραφές αδιαβροχοποιημένες με καολίνη ξέχειλες από πόνο οικείο... σε μια στάθμη που δείχνει περισσότερο τι μας έχει μείνει από το σχολείο... αυτή η ιδέα ενός πράγματαος σε ρυθμικό λόγο που αποκαλούσαν οι δάσκαλοι ποίημα... ο διδακτισμός είναι η συνέπεια της ακολουθούσας ανάλυσης... Θα χρησιμοποιούσα αυτά τα δύο ποιήματα σαν αφετηρία για το πως περνάμε από την χύδην άποψη περί ποιήσεως στην ποίηση την ίδια...Θέλω να πω κάτι στο συντάκτη τους... Είναι τόσο χαμηλά το αποτέλεσμά του που δεν ξέρω αν θα του έλεγα να συνεχίσει ακόμη και να διαβάσει ποίηση... Επειδή κανέις δεν ξέρει, ας κάνει τον κόπο να συνεχίσει να καταθέτει γραπτώς τα ξεχειλίσματά του ενώ ταυτόχρονα να προσπαθεί να αποθέσει σε ποιήματα άλλων ένα μέρος της συγκίνησής του... Στη ζωή υπάρχουν δόξα τω Θεώ πολλοί μηχανισμοί να συγχρονίσουμε τη συναισθηματική μας φόρτιση, δεν είναι υποχρεωτικό να γίνουμε όλοι ποιητές γι αυτό... Ευχαριστώ πάντως για το θάρρος σας...

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2007

Mantalena Parianos - XJHHG-fly55

Oκτώ χρόνια τώρα είναι κάτι παράξενα πουλιά που έρχονται στην αγαπημένη αίθουσα-θεατράκι κάθε φθινόπωρο. Εκείνος, με ποτό - τσιγάρο, ένα διατρητικό πιάνο, ένα ελατηριακό ακορντεόν και ορισμένα νέα πρόσωπα στην ομάδα, κάνει πρόβες ενώ τα πουλιά αυτά, που κανένας δεν ξέρει τι είναι –δεν είναι ψαρόνια- και που Εκείνου του αρέσει να λέει ότι «είναι μαύρα σαν το χρέος», κουρνιάζουν στα παράπετα, γουργουρίζουν ή αναπουπουλιάζουν έτσι και φυσήξει λιγάκι παραπάνω.

Ο Δάσκαλος είναι ηθικός αυτουργός στο έργο. Είναι Εκείνος που κάθε σαιζόν φέρει και την ιδέα - διδασκαλία του θεάματος, με ρομαντική πίστη σε μια περιπέτεια που γίνεται κάθε χρόνο και πιο συναρπαστική.

Απόφαση της τελευταίας στιγμής, φέτος ο Δάσκαλος αποφάσισε να βάλει και τα πουλιά να παίξουν στο έργο. Θα τα χρησιμοποιούσε, είπε, τι στο καλό τα ταΐζε τόσα χρόνια και τους έδινε στέγη; Καιρός ήταν να κάνουν κι αυτά κάτι για την Τέχνη, πρόσθεσε αστειευόμενος. Τα κορίτσια ενθουσιάστηκαν γιατί αυτομάτως σήμαινε ότι θα έπαυαν να τα έχουν υπό την επίβλεψή τους και να τα παίρνουν το βράδυ στα δωμάτιά τους – μια απόφαση του Δασκάλου που όταν είχε κοινοποιηθεί είχε προκαλέσει δυσθυμία.

Δεν ήταν προγραμματισμένο να ξεκινήσουμε με αυτό το έργο, το προορίζαμε για δεύτερο έργο στη σαιζόν, αλλά ήταν γνωστό από καιρό ότι ο Δάσκαλος δούλευε πάνω σε μια σύνθεση με μελοποιήσεις Αγκιταίων ποιητριών από το 2050 και μετά, που δεν είχαν μελοποιηθεί ποτέ ως τότε.

Σκέφτηκε λοιπόν, αφού είχε ψάξει στο θέατρο και τη λογοτεχνία των γήινων, τα ποιήματα και τα τραγούδια, για να βρει στοιχεία της ζωής των πουλιών, γιατί να μην έβαζε να παίξουν και οι πραγματικοί πρωταγωνιστές, ή τέλος πάντων αυτοί που θεωρούνταν απόγονοί τους;
Ζήτησε τη βοήθεια Πανεπιστημιακών μελετητών, που πρόθυμα ήρθαν να βοηθήσουν και να εκπαιδεύουν το κοινό στα γουργουρίσματα και τις συνήθειες των πτηνών (γιατί στην εποχή που αναφερόμαστε, πριν πάει στο θέατρο, το κοινό έκανε επίσης πρόβες προκειμένου να μπορεί να ανταπεξέλθει στην απληστία της έμπνευσης των δημιουργών).

Εκεί λιγάκι τα χρειαστήκαμε, γιατί τα προγονικά αυτά πλάσματα αφοδεύουν παντού και σε αντίθεση με μας, δεν κάνουν πολύ συχνά τη γενετήσια πράξη, συνεπώς δεν ξέραμε πώς να τους φερθούμε όταν εκνευρίζονταν ή αισθάνονταν εγκλωβισμένα. Μια λύση, πρόσκαιρη όπως αποδείχθηκε, ήταν να τους βάζουμε να ακούν μουσική. Είχαν αδυναμία σε ένα μυθικό συγκρότημα ονόματι Durutti Column από μια αρχαία δισκογραφική εταιρία ονόματι Sporadic Recordings, την οποία είχε ανακαλύψει ο Δάσκαλος σε μια εξωσωματική του εμπειρία.

Πέρα από αυτό, οι συμπρωταγωνιστές μας, αποδείχθηκαν ανυπόφορα οικείοι, θα μπορούσα να πω. Όταν άρχισαν να φτάνουν τα πρώτα κομμάτια από τα έργα και τα κείμενα, από διάφορες ατάκες και από διαφορετικούς συγγραφείς και χρονολογίες, διαβάζοντας, συνειδητοποιούσα ότι οι ήρωές μας, είχαν αυτομολήσει στα έργα… Ήταν έξω. Και ήταν εδώ. Ανάμεσά μας. Απλά οι συγγραφείς τους είχαν χρησιμοποιήσει. Τα πουλιά αυτά ήταν τα ίδια πάντα, πλάσματα της καθημερινότητας. Με αυτή τη λογική προχωρήσαμε και αρχίσαμε να δουλεύουμε τη συνθήκη αυτή – γιατί όσο ερχόντουσαν στο στόμα των τωρινών πτηνών τα παλιά λόγια, έπαιρναν μια άλλη δύναμη.

Δημιουργικά πάλι, στην ομάδα τα πράγματα άλλαζαν πιο γρήγορα κι από τις διαθέσεις του Δασκάλου. Κάποιοι έφυγαν , κάποιοι άλλοι έρχονταν… Ήταν μια πάρα πολύ ωραία περιπέτεια. Ήταν η πιο συντονισμένη μας ενεργειακά προσπάθεια, με επίγνωση του στόχου. Ήταν σαφής ο στόχος του τι θέλαμε να πούμε σε αυτή την παράσταση: όσο μπορεί ο καθένας μας, πρέπει να πετάξει.

Ο τρόπος π.χ. που δινόταν άφεση στην πράξη του φόνου μέσα στην παράσταση ήταν συνταρακτικός. Μας έκανε όλες να θέλουμε να εγκληματίσουμε, εγώ μάλιστα είχα βρει και ποιον ήθελα να σκοτώσω, αλλά δεν το ομολογούσα από φόβο μην με προλάβει κάποια άλλη. Θα με τσάκιζε αυτό.

Η ιστορία των πουλιών ήταν η ιστορία της σκόνης. Και είχε πολύ αίμα. Θυμάμαι τον εαυτό μου στις πρόβες να λέει συνέχεια «ελαφρώστε το, Δάσκαλε. Δώστε μου ένα άλλοθι ελαφρότητας… όλη αυτή η κατάσταση…» και άλλα τέτοια μισόλογα, γιατί Εκείνος ερχόταν και έχωνε το χέρι του ανάμεσα στα πόδια μου για να μου δείξει με ποιο τρόπο πρέπει να γουργουρίζω όπως τα πουλιά.

Η πρεμιέρα ήταν απόλυτη επιτυχία. Το κοινό, εκπαιδευμένο, το δέχθηκε ιδανικά.

Με πήραν άνθρωποι την επόμενη μέρα και μου έλεγαν «είμαστε καλύτερα σήμερα. Με πήρε μια φίλη μου και μου είπε «με βοηθήσατε να σκοτώσω τρεις ανθρώπους που μου έχουν κάνει πάρα πολύ κακό. Αισθάνομαι εξαίσια!» Κάναμε ιαματική δουλειά στον κόσμο.

Αυτό που με συγκινεί τρομερά σήμερα, που συμπληρώνεται η δεύτερη οκταετία από την μέρα που πρωτοήρθαν τα πουλιά στο θεατράκι μας, είναι η προσέλευση του κοινού. Οκτώ χρόνια από την πρεμιέρα, ομολογώ ότι φοβόμουν ότι η παρουσία τους θα μειωνόταν λόγω και της θνητής τους υπόστασης αφού δεν ζουν 200 χρόνια όπως εμείς. Ωστόσο, με κάποιο μαγικό τρόπο έχουν καταφέρει να αναπαράγονται χωρίς να τα βλέπουμε και χωρίς να ζητούν τη βοήθειά μας.

Όσο για το έργο, κακά τα ψέματα… Όσο βαστάει η έρευνα και το ψάξιμο και το διάβασμα, τόσο αναβαθμίζεται συνεχώς η απαίτηση. Και κατά πρώτο λόγο η δικιά μας. Του κάθε συνεργάτη, του κάθε μέλους της ομάδας μας.

Δεν είναι εύκολο. Πρόπερσι όταν ανακοίνωσα στο Δάσκαλο πως δεν θα ήθελα να συμμετέχω στην επόμενη παράσταση, η κριτική και ο εξευτελισμός που υπέστην ήταν απόλυτος ενώπιον όλων. Για να ανταπεξέλθω χρειάστηκαν κάμποσες γερές δόσεις παραισθησιογόνων, αλλά τελικά τα κατάφερα να έχω σταθερές προμήθειες από XJHHG-fly55 κάθε βράδυ λίγο πριν το τρίτο καμπανάκι. Τα τελευταία χρόνια, είναι μόνος τρόπος για να ανταποκρίνομαι στις απαιτήσεις του έργου, πείθοντας τον εαυτό μου ότι πετάω.


Η άποψη του Μίχου
Ωραία η παραβολή. Και απ'οσο θυμάμαι η δεύτερη φορά που η επιστημονική φαντασία γίνεται λύση σε μια ιστορία εδώ... Πρόκειται βέβαια για την παιγνιώδη προβολή του κρίτικαλ έρρορ ... με αυτόν το τίτλο παρμένο μάλλον από καμιά πτήση σε τυχαίο έγγραφο... Περιστατικό της καθημερινότητας του γεναίου καινούριου κόσμου του Χάξλευ... Οι αρμοί οι αναγκαίοι για την διαμόρφωση ενός κόσμου που παρατηρούμε τα ήθη του καλοί... Αυτό που το προδίδει είναι ότι τότε θα μιλάμε ένα αγγλοαλβανικό ιδίωμα με κινέζικους ιδιωματισμούς... λεω με τις ίδιες πιθανότητες της κειμενογράφου... Μπορούμε να απολαύσουμε σαν προϊόν μιας ευφυίας που οδηγεί οριακά αυτό το μεταδημοσιογραφικό ιδίωμα και τη φυσιολογικότητα ενός μικροαστού ενηλίκου που το χαρακτηρίζει... Ένα τελευταίο εξαγόμενο που θα μπορούσε να βγεί είναι πως η γράφουσα αποστασιωποιούμενη παιγνιωδώς από το αφήγημά της το έχει κατά κάποιο τρόπο θωρακίσει απέναντι στις κρίσεις περιορίζοντας τη φιλοδοξία της για το κείμενο και υποσημειώνοντάς την αφηγηματικά. Μόνο που αναλαμβάνοντας το παιγνιώδες αυτού του ύφους και εμβαθύνοντας στις τεχνικές που τώρα είναι ενστικτώδεις μπορεί να κρύβει την δυνατότητα τη σοβαρή μιας ιδιοφωνίας... Το εύχομαι...

Βέβαια υπάρχει και μια άλλη ανάγνωση: Είναι τα πουλιά, ήτοι οι αντρικές παράτες φαλλοφορίων που τόσο τρέφουν το γέλιο στις μικρές θεές της καθημερινότητας της μεσογειακής υποφώσκουσας μητριαρχίας...



Σημείωση του Γιάννη Ρηγόπουλου

Έξυπνη η παραβολή και γεμάτη από νέες αναζητήσεις. Η ιστορία της σκόνης και η ιστορία του αίματος. Το πλησίασμα του φόνου με τη δικαιολόγηση. Ζητάμε το αίμα και ζούμε το φόνο. Και ύστερα με τη σκόνη ανασταίνουμε τη συμμετοχή μας.
Τα πουλιά πάντα έρχονται για να μας δείξουν πως να πετάμε. Κουβαλόντας όμως όλο το παρελθόν μας, για να μην ξεχαστεί τίποτα. Και εκεί είναι που χρειαζόμαστε τα παραισθησιογόνα. Μπορούμε να αντέξουμε το παρεθλόν μας;

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2007

Αργυρένια - Stasera insieme

Η βροχή είχε δυναμώσει. Περπατούσε γρήγορα χωρίς ομπρέλα και δεν υπήρχε ούτε ένα υπόστεγο για να την προφυλάξει. Της άρεσε αυτός ο ήχος. Θυμόταν μία ταινία μικρού μήκους που είχε γυρίσει για να τη στείλει σ’ ένα φεστιβάλ και το σενάριο απαιτούσε βροχή. Ήταν Αύγουστος μήνας και ο υδράργυρος πλησίαζε τους σαράντα βαθμούς Κελσίου. Έβαλε στο τηγάνι μία μπριζόλα και ηχογράφησε τον ήχο του λαδιού που έκαιγε. Η ψευδαίσθηση ήταν μοναδική. Ο ήχος έμοιαζε απίστευτα. Πολλές φορές , το φθινόπωρο που ακολούθησε με τους καύσωνες, έβαζε την κασέτα και άκουγε την χοιρινή με το λεμονάκι να ψήνεται. Έκλεινε τα μάτια της και φανταζόταν ότι είναι σ’ ένα στενό κάπου στην Παροικιά, βρέχει καταρρακτωδώς κι εκείνη περπατάει αργά κι αμέριμνα ακούγοντας τη βροχή. Τώρα βρισκόταν στη Σταδίου. Βιαζόταν για να προλάβει μία παρουσίαση βιβλίου και σκόνταφτε σε πεταμένες μουλιασμένες κούτες. Θυμήθηκε τη μέρα που έφυγε ο Στέφανος από το σπίτι. Το σημείωμα στην πόρτα του ψυγείου. ‘Δεν θα είμαι εγώ αν μείνω΄. Σκέπασε τους καθρέφτες με πανί σαν να είχε πένθος, έκρυψε όλα τα άλμπουμ και τα σουβενίρ από τις διακοπές τους σε κούτες στο μπαλκόνι κι εκεί τις ξέχασε μέχρι τα πρωτοβρόχια. Με αυτό το αίσθημα της νοσταλγίας πλησίαζε το μετρό, κι όχι τόσο για τον Στέφανο , όσο για εκείνη τη χοιρινή μπριζόλα.

Ανακατεύτηκε με το πλήθος, ακύρωσε το νοτισμένο της εισιτήριο και με τα χέρια στις τσέπες περίμενε στις αποβάθρες το βαγόνι που θα της άλλαζε τη ζωή. Δύο λεπτά ακόμη έλεγαν τα κόκκινα ψηφία στο ρολόι. Έγειρε το κεφάλι της στο πλάι και κοίταξε τον κόσμο. Εκατοντάδες διαφορετικά πρόσωπα, ιστορίες μπλεγμένες, ρυτίδες σε ξένα μέτωπα, άλλες από τον χρόνο, άλλες από τον πόνο. Τι σκέψεις να έχει το κάθε κεφάλι, που πηγαίνουν και από πού έρχονται όλοι αυτοί. Σκέφτηκε την Αθήνα σαν μία σκηνή θεάτρου κι όλους τους ανθρώπους γύρω της κομπάρσους σε ένα απίθανο σενάριο που κανείς δεν το γνωρίζει. Μια κυρία βάζει μέηκ απ, ένα κορίτσι γύρω στα δεκαοκτώ στύβει την κοτσίδα του, ένας άνδρας καπνίζει στα κρυφά κοιτάζοντας ένοχα δεξιά κι αριστερά. Με ποιους από αυτούς έχει ξανασυναντηθεί χωρίς να το γνωρίζει, ποιοι από όλους αυτούς δεν θα ζουν σε μία βδομάδα από τώρα, πόσοι είχαν οργασμό το τελευταίο εικοσιτετράωρο. Κουνάει το κεφάλι της απότομα, σαν να προσπαθεί να αποφύγει ένα μυγάκι, κάθε φορά που ο νους της πάει στο σεξουαλικό, αυτή την κίνηση κάνει για να ξορκίσει τη σκέψη. Πάνε ήδη έξι μήνες. Μισός χρόνος χωρίς ανδρικό άγγιγμα. Χαζεύει τις σταγόνες από τα ρούχα της που πέφτουν στο πάτωμα. Αυτοσυγκεντρώνεται και σχεδόν τις ακούει. Να ήταν οι σκέψεις μου, μονολογεί. Να’ταν οι πίκρες μου. Να΄ μουν ουρανός και να’κλαιγα. Μια γριά την κοιτάει απορημένη, μάλλον άκουσε το παραμιλητό της.

Το μετρό φτάνει μπροστά της, μπαίνει μέσα στο βαγόνι και στριμώχνεται ανάμεσα στον κόσμο. Βροχή εγκλωβισμένη σε υφάσματα, άνθρωποι που ψάχνουν αφορμή για να ξεσπάσουν. Κάποιος σπρώχνει, κάποιος φωνάζει, ένα μωρό κλαίει, ακούγεται μουσική από τα ακουστικά ενός νεαρού. Επόμενη στάση. Οι περισσότεροι κατεβαίνουν. Τρία καθίσματα κενά. Βουτάει στο ένα. Κοιτάζει στο τζάμι και βλέπει τον εαυτό της. Την ξενίζει η εικόνα. Σαν να ξέπλυνε η βροχή όλες τις εκφράσεις. Μαζί με το ρουζ και τα φτιασίδια, έφυγε και η υποψία χαμόγελου, ή η έκφραση που παίρνει όταν κάτι παρατηρεί, τότε που κάνει την παράξενη ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια, το κινέζικο ιδεόγραμμα όπως της έλεγε εκείνος.

Κλείνει τα μάτια της. Οι κραδασμοί από το τρένο την νανουρίζουν. Δένει τα χέρια της κάτω από το στήθος και συγκρατεί με τα πόδια της το μικρό σακίδιό της. Οι φωνές σβήνουν, η φασαρία χάνεται, ακούγεται ένας ήχος όπως όταν η τηλεόραση χαλάει και κάνει χιόνια. Ένα απροσδιόριστο τίποτα που δεν σ’ αφήνει να συγκεντρωθείς. Νιώθει ένα άγγιγμα στον αυχένα της. Δεν γυρνάει να κοιτάξει. Νιώθει μία γλυκιά νύστα. Μπορεί να ορκιστεί όμως πως αισθάνεται τ’ ακροδάχτυλα κάποιου να διαγράφουν κυκλάκια στον σβέρκο της. Η αίσθηση αυτή χάνεται αμέσως. Τότε νιώθει κάτι σαν ζεστή ανάσα, σαν να της μιλάει κάποιος αλλά χωρίς ήχο και το μόνο που το μαρτυρά είναι το χνώτο και οι κοφτές αναπνοές. Σαν λέξεις πνιγμένες. Μα δεν μπορεί να δει, ούτε ν’ ακούσει.

Επόμενη στάση. Μπαίνει φρέσκος αέρας. Ακούγεται πάλι βροχή. Η θέση δίπλα της αδειάζει. Κάποιος βιαστικός την καταλαμβάνει και την ξυπνάει. Βάζει τα χέρια της στο πρόσωπο σαν να το πλένει και κρατάει τα μάτια της σφιχτά κλειστά. Ξεχνιέται και αναστενάζει. Ακούει μια ψιθυριστή φωνή. Δεν μπορεί να ξεχωρίσει το νόημα. Σκόρπια λόγια, σύμφωνα και φωνήεντα χαμένα. Ξεχωρίζει μια λέξη ‘στασέρα’. Προσπαθεί μόνη της να το αποκωδικοποιήσει. Σκέφτεται ότι κάποιος πλάι της μιλάει στο κινητό του τηλέφωνο και δεν θέλει κανείς να τον ακούσει, προφανώς νομίζει πως ούτε εκείνη ακούει. Στασέρα. Μήπως είναι δύο λέξεις; Στα σέρα! Πού; Στα σέρα. Ακούει ένα πνιχτό γέλιο μα κανένα αστείο να έχει προηγηθεί και πείθεται πως όντως, η μυστηριώδης φωνή που ακούγεται αποσπασματικά είναι μέρος μιας συνομιλίας τηλεφωνικής. Δεν ανοίγει τα μάτια της. Δεν θέλει να έρθει αντιμέτωπη με το ψυχρό φως του βαγονιού, της θυμίζει νοσοκομείο, της θυμίζει την κουζίνα της, την πόρτα του ψυγείου και έξι θανατηφόρες λέξεις γραμμένες σε αυτοκόλλητο φωσφοριζέ χαρτάκι.

Επόμενη στάση η δική της. Ξεμπλέκει στα τυφλά το λουρί της τσάντας της από τις γάμπες της, κάτι που κάνει πάντα όταν μπαίνει στο μετρό γιατί είναι παραπάνω από σίγουρο ότι θα αποκοιμηθεί. Ξεμπλέκει και τα δάχτυλά της που πια έχουν μπερδευτεί με τα μαλλιά της, ανοίγει τα μάτια της και τα κλείνει αμέσως τυφλωμένη από το φως. Παρατηρεί το ζευγάρι απέναντί της. Η κοπέλα έχει επίσης αποκοιμηθεί και έχει γείρει το κεφάλι στον ώμο του καλού της, εκείνος διαβάζει ένα έντυπο και έχει ένα σβηστό τσιγάρο στα χείλη του. Δεν γυρνάει να κοιτάξει αριστερά της, νιώθει όμως με την άκρη του ματιού της κάποιον να την κοιτάζει. Άνδρας, βρεγμένος κι αυτός απίστευτα πολύ. Φαίνεται ψηλός κι αδύνατος. Δεν κρατάει κινητό, τα χέρια του είναι άδεια και τα έχει δεμένα σαν να προσεύχεται.Το βαγόνι σταματάει, οι πόρτες ανοίγουν. Σηκώνεται βιαστική και κατευθύνεται προς την πόρτα. Ακόμη δεν έχει δει εκείνον που καθόταν πλάι της, ακόμη προσπαθεί να καταλάβει τι σημαίνει η λέξη που άκουσε. Άνθρωποι προσπαθούν να βγουν, άλλοι να μπουν, ένα χάος κι εκείνη αδύναμη δεν μπορεί να ορίσει το κορμί της. Την σπρώχνουν προς τα πίσω, την παρασύρουν μαζί τους και καταλήγει τρία βήματα πίσω ενώ ακούγεται το ηχητικό σήμα πως οι πόρτες θα κλείσουν πάλι.

Το μετρό ξεκινά κι εκείνη είναι ακόμη μέσα. Γυρνάει απεγνωσμένη και κοιτάει γύρω της σαν να μπορεί κάποιος εκεί να τη βοηθήσει μα όλοι είναι απορροφημένοι με τους δικούς τους λογισμούς. Κοιτάζει στη θέση που καθόταν πριν και βλέπει μια ξανθιά κοπέλα. Δίπλα της ένας ηλικιωμένος κύριος επεξεργάζεται το γείσο του καπέλου του. Ο άνδρας πουθενά. Κάνει στροφή γύρω από τον εαυτό της, δεν τον βρίσκει. Τίποτα γνώριμο, πουθενά τα χακί βρεγμένα του ρούχα και το θολό πρόσωπο που δεν πρόλαβε να δει με την περιμετρική της όραση.

Επόμενη στάση, πηγαίνει κοντά στην πόρτα για να εξασφαλίσει πως αυτή τη φορά θα βγει έξω. Σαν κύμα ορμητικό βγαίνουν οι άνθρωποι, άλλοι γελούν, άλλοι φωνάζουν. Κι εκείνη ανάμεσά τους να μην μιλάει με λέξεις μα με το κινέζικο γραμματάκι στο μέτωπο να φωνάζει βοήθεια, φοβισμένη από τον τόσο κόσμο. Στασέρα, σχεδόν νιώθει την τούφα από το μαλλί της να κουνιέται, σαν να της το λέει κάποιος τώρα δα, σαν να έχει κολλημένα τα χείλη του πάνω της, ιδρωμένη την νιώθει την ανάσα. Στασέρα. Γυρνάει και κοιτάει πίσω και βλέπει χίλια πρόσωπα, χίλιες εκφράσεις, τίποτα γνώριμο, μία θολούρα, σαν τα χιόνια της τηλεόρασης. Ξανά.

created by Αργυρένια

Παρατηρήσεις του Γιάννη Ρηγόπουλου

Πως θα άλλαζε τη ζωή το βαγόνι; Με μια συνάντηση ή τη μεταφορά σε νέους τόπους-χώρους; Σε τέσσερις στάσεις; Μπορεί τα αισθήματα να σε πλημμυρίζουν. Αλλά το αίσθημα της νοσταλγίας για μια μπριζόλα;!!!

Κείμενο πάντως πυκνογραμμένο. Για να χωρέσει μέσα όλο τον κόσμο τον γεμάτο βάσανα που συνωστίζεται στο συρμό. Αλλά ανακατεμένο.

Δεν τονίζεται κατάλληλα ποιά είναι η αναζήτηση της ηρωίδας.

Θέλει να ξεφύγει από τον κύκλο των ρημαγμένων από τον χρόνο ή τον πόνο προσώπων,το δικό της πρόσωπο;

Ή είναι η αναζήτηση του άντρα που θα αντικαταστήσει εκείνον που έφυγε;

Η άποψη του Μίχου

Ένα απο τα καλύτερα, να μην πω το καλύτερο κείμενο που έχει φτάσει ως εδώ... Μπορεί να σταθεί δίπλα όχι στο β΄ διαλογής κέιμενο του ελληνικού ευπώλητου αλλά και στο μεταφρασμένο που μας έρχεται με περισσότερα φόντα... Αξίζει κάποιος να παρατηρήσει αυτά τα ωραία περάσματα που δηλώνουν την παρουσία του άλλου... πως με νύξεις υποβάλλει ότι είναι ο κινητήρας του μονολόγου... ακόμα η επιλογή του σκηνικού... το μετρό είναι ο πλέον ενδεδειγμένος χώρος αλλοτρίωσης των μητροπόλεων... Η πρόθεση της γράφουσας αν έχω πιάσει καλά το πράγμα είναι το βάρος στην ύφανση... βλέπω μια σειρά από αφηγηματικούς τρόπους ξοδεμένους επιτυχημένα για να πετύχουν μια πυκνότητα κειμένου αξιοθαύμαστη... Θα ήθελα να σπάσω αυτό το κείμενο σε στιγμές... ας πούμε η στιγμή της πείνας είναι στιγμή του χρόνου... η μαγνητοφώνηση του τηγανίσματος σαν σύμβολο διαθεσιμότητας άδειων χρόνων... και άλλα τέτοια ευρηματικά... Από μια τέτοια γραφή μπορούμε μόνο να έχουμε την υπέρτατη απαίτηση... Να σκίσει την οθόνη των ευπώλητων και να ανοιχτεί εκεί όπου η μυθοπλασία είναι παγκόσμια ρουλέτα και την κατοικούν γραφές από όλο τον κόσμο... Προς το αδίδακτο που περιέχει ένα συνολικό στοχασμό για το μυθιστόρημα , που αναμετριέται με τη ακρότατη διαπλοκή θεωρίας και γραφής... Προς το τελικό ζητούμενο της αφέλειας των γραφομανών... Ένα μυθιστόρημα ελληνικό που θα έχει αφήσει πίσω τον καταναλωτικό επαρχιωτισμό μας για να σταθεί δίπλα στην παγκόσμια πρόζα... Αυτό όμως δεν εξαρτάται από μια άποψη εδώ, είναι σχέδιο βίου που ελπίζουμε να το διαθέτει η γράφουσα... Για την ώρα κρατάω τη μνημείωση της απογευματινής ζωής στην Αθήνα...


Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2007

Εισαγωγικό Σημείωμα/ Critical Error Vol.2


Το Critical Error σάς καλωσορίζει στον δεύτερο κύκλο του. Μετά από 8 μήνες παρουσίας στην μπλογκόσφαιρα κι ένα μικρό αναγκαίο διάλειμμα, ξεκινάμε και πάλι με διαφορετικούς συντελεστές, παγιωμένο σκοπό και λίγη περισσότερη γνώση.

Οι αναγνώστες κειμένων κατά την περίοδο αυτή θα είναι οι Γιώργος Μίχος και Γιάννης Ρηγόπουλος. Διαφορετικοί χαρακτήρες και ίσως αντίθετοι. Άραγε θα ναι οι κριτικές τους συγκρουόμενες ή θα αλληλοσυμπληρώνονται; Θα δείξει η συνέχεια. Όσο για την αξία τους, έχουν ήδη δώσει και οι δύο διαπιστευτήρια και τους ευχαριστούμε θερμά, για την ανανέωση της συμμετοχής τον κ. Μίχο, για την αποδοχή της πρόσκλησης τον κ. Ρηγόπουλο.

Διαχειριστές την περίοδο αυτή είναι οι Mantalena Parianos, παπαρούνα και renton.

Ο σκοπός τώρα του Critical Error αποδίδεται επιγραμματικά στις εξής φράσεις του Πετεφρή και αποτελούν πολύτιμη παρακαταθήκη του:

«Αυτός που κρίνει δείχνει την κόλαση, τη δουλειά που χρειάζεται, και δε μένει στο κείμενο.Σκοπός του μπλογκ είναι οι χειρωναξία, όχι οι φιλοσοφικές ενατενίσεις».

Το ότι το blog δεν είναι κάποιο φυτώριο ταλέντων, ούτε δίνεται κάποια επιταγή στο τέλος του show θα το χετε καταλάβει. Επίσης το ότι όλοι εργάζονται ερασιτεχνικά, φιλοδοξώντας ωστόσο να επιτύχουν το καλύτερο, κάτι «επαγγελματικό» από άποψη κριτικής ή συντονισμού. Γράφαμε στο πρώτο εισαγωγικό κείμενο ότι θα επιχειρείτο η διδαχή του διδακτέου μέρους της γραφής μέσω της κριτικής κειμένων. Τώρα προστίθεται και μια άλλη παράμετρος. Το blog είναι, επίσης και κυρίως, για να διαλύσει τις όποιες αυταπάτες σχετικά με τη συγγραφή.

Ίσως κάποιοι άλλοι φορείς να προσφέρουν μια ελπίδα, ένας φως στους απογοητευμένους από την αγορά συγγραφείς-πρόσφατα ακούμε για πιστοποιητικά συγγραφής και πολλά άλλα. Το Critical Error δεν θα προσφέρει καμία βεβαιότητα, καμία ελπίδα και καμία αυταπάτη. Θα ανοίξει απλά την πόρτα προς την κόλαση.

Από τη στιγμή που θα διαβείς την πύλη, γραφιά, δε θα ορίζεις εσύ την γραφή, αλλά η γραφή θα ορίζει εσένα. Δε θα μπορείς να φας, να κοιμηθείς, να ικανοποιήσεις βασικές ανάγκες, χωρίς να σκέφτεσαι πώς να συνεχίσεις το γραπτό που άφησες στη μέση. Το βλέμμα σου θα περνά μέσα από αγαπημένα πρόσωπα σαν να είναι διάφανα, ή πάλι, θα κλέβεις τις ζωές τους για να τις χαρίζεις σε χάρτινους ήρωες. Θα γίνεις ανοργάνωτος, αφηρημένος, θα κοιμάσαι ελάχιστες ώρες.

Θα αλλάξει ο τρόπος που βλέπεις τον εαυτό σου. Δε θα κρίνεις τον εαυτό σου ανάλογα με το κοινώς παραδεκτό ήθος. Θα αναπτύξεις συγγραφικό ήθος. Για σένα το έγραψες αυτό ή για τους άλλους; Σε ενδιαφέρει να πεις την αλήθεια σου ή να αρέσεις;

Θα χάσεις τον εαυτό σου στη διαδικασία. Γιατί θα ζεις μέσα από τους άλλους, θα κολλάς πάνω τους σαν παράσιτο και θα ρουφάς το αίμα, τη ζωή τους, αυτό που θα σου δίνει υλικό να γράφεις. Τα γραπτά κοστίζουν άνθρωπο (Μίχος speaking), ή γράφονται με αίμα κατά τον πιο mainstream. Το λουκέτο του πρώτου Critical συμβόλιζε το μη αναστρέψιμο της συγγραφικής διαδικασίας. Το αίμα τώρα πάνω στη γραφομηχανή, ακριβώς αυτό.

Και το χειρότερο, γραφιά, είναι ότι θα είσαι ο μόνος που θα κρίνει την πρόοδό σου. Γιατί ακόμα κι αν πετύχεις την αναγνώριση, ακόμα κι αν νιώσεις πως κάπου έφτασες, θα σε τρώει πάντα το ότι μπορούσες και καλύτερα, ότι είσαι απάτη - και μετά πάλι απ΄την αρχή.

Το Critical Error θα σου κρατά συντροφιά στον μοναχικό δρόμο σου, ίσως κάπου σε επαναφέρει όταν κινδυνεύεις να λοξοδρομήσεις, ίσως σε προγκήξει όταν αρχίζεις να επαναπαύεσαι. Οι βιβλιογραφίες που θα προταθούν από τους αναγνώστες μας θα είναι απλά αφετηρίες, όχι ευαγγέλια. Οι αυθεντίες θα ανασκευάζονται συνέχεια.

Αυτά όσο αφορά την κόλαση. Όσο αφορά τώρα τον κρίσιμο παράγοντα «χειρωναξία»: το Critical Error, διαφοροποιούμενο από τα λογοτεχνικά φόρα, στα οποία οι θεωρητικές-φιλολογικές συζητήσεις έχουν συνήθως τον πρώτο λόγο, θα επιχειρήσει τη διαμόρφωση εργατών του λόγου the hard way. Έκθεση-κριτική-ανατροφοδότηση. Γιατί δέον είναι πλέον να διαχωρίζονται οι μελετητές της γραφής από τους συγγραφείς.

Ευχόμαστε να συνοδοιπορήσουμε όμορφα και με την πίστη πως ο καθένας απο μας θέλει το καλύτερο για και από τον εαυτό του.


Περιμένουμε τα κείμενά σας προς δημοσίευση!

(image: Eduardo Recife)