Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2007

οι σκιές μιλάν - Στο τραίνο

Καθισμένη δίπλα στο παράθυρο κοιτούσε τους επιβάτες να αποβιβάζονται στην αποβάθρα του σταθμού. Ο μεσημεριανός ήλιος τη χτυπούσε στο πρόσωπο μα δεν τραβούσε την κουρτίνα. Έκαιγε. Μέσα στο μισοναρκωμένο μυαλό της η βαριά μυρωδιά των πυρωμένων καθισμάτων, το μπερδεμένο ποδοβολητό των διαδρόμων, ο ιδρώτας των προσώπων - όλα αξεδιάλυτα, βουτηγμένα στην τρίλεπτη στάση του τραίνου.

Ήταν μόνη κι η αντοχή της απ’ το ταξίδι εξαντλημένη. Παλιότερα, όταν ζούσε η μητέρα και κάναν οι δυο τους το ταξίδι για ν’ ανταμώσουν στο χωριό τον πατέρα, οι ώρες περνούσαν χωρίς να το καταλάβει. Ήταν όμορφη η μητέρα. Μικρή, όταν την κοιτούσε, στο πρόσωπό της έβλεπε τη δίδυμη αδερφή της γυναίκας που ονειρευόταν πως μια μέρα θα γίνει. Μόνο που η μέρα αυτή έφτασε νωρίτερα. Φορούσε ένα σκούρο λινό φουστάνι, αδύνατη, με τα μακριά της μαλλιά δεμένα πίσω, όταν βγαίνοντας απ’ τον θάλαμο του νοσοκομείου στο πλάι του πατέρα, άκουσε τον γιατρό να λέει πως η μητέρα είναι πολύ σοβαρά, πως έχουν αλλοιωθεί τα νεφρά της, πως αν ζήσει περισσότερο από δυο μήνες θα πρέπει να γίνει αναφορά στα ιατρικά συνέδρια. Κλονισμός. Ο πατέρας ευχαρίστησε τον γιατρό, την πήρε απ’ το χέρι κι άρχισε να περπατά βιαστικά στον διάδρομο αποφεύγοντας τους περαστικούς. Μόλις πρόλαβε να βρεθεί στο προαύλιο, τα δάκρυα ασυγκράτητα. Την άφησε και χώθηκε στο παρεκκλήσι του νοσοκομείου με όλον του τον πνιγμό. Εκείνη έκανε μια χειρονομία να τον πιάσει

μα το χέρι γύρισε πίσω αδειανό…

…χωρίς το μπουκάλι με το νερό. Από τη χαραμάδα του παραθύρου μπήκε το σφύριγμα του τραίνου. Οι κολλημένες στο τζάμι εικόνες άρχισαν να φεύγουν προς τα πίσω, ανάποδα, όπως καθόταν κι εκείνη στη θέση της. Ήταν η μοναδική επιβάτης στο βαγόνι, με τα δεκαεννιά της χρόνια να μοιάζουν με στεκάμενα νερά που περιμένουν να τα κόψει το ραβδί ενός Μωυσή. Ξάφνου, η πόρτα άνοιξε και το πλαστικό κάλυμμα του διαδρόμου διέσχισαν δυο γεροδεμένοι νεαροί με μπλούζες ζωσμένες πίσω από μεγάλες αγκράφες. Συζητούσαν έντονα σε μια γλώσσα ξένη, με φωνές δυνατές και κινήσεις μεθυσμένες που κάθε φορά χύναν κάμποση μπύρα απ’ το κουτάκι στο χέρι. Προχωρούσαν τρεκλίζοντας πριν κοντοσταθούν πάνω από τη θέση της για να χαζέψουν τη στέρεη γυαλάδα στα γυμνά της πόδια όπως ξεπρόβαλαν κάτω από το φουστάνι της απλωμένα στο απέναντι κάθισμα. Ο προπορευόμενος άντρας με ύφος απόρρητο ψιθύρισε κάτι ακατάληπτα λόγια πάνω απ’ τον ώμο του. Εκείνος που τον ακολουθούσε απάντησε με ένα πονηρό γέλιο και μέσα σ΄ένα σφύριγμα επιδοκιμασίας σωριάστηκαν αντικρυστά της, στις θέσεις της άλλης πλευράς του διαδρόμου μέσα σ’ ένα

σύννεφο σκόνης…

…όπου μετά τον θάνατο της μητέρας είχε εκείνη αναλάβει να καθαρίζει από τα παλιά έπιπλα του σπιτιού. Ο πατέρας εδώ και καιρό είχε πάψει ν’ ασχολείται με τα του σπιτιού. Σηκωνόταν το μεσημέρι απ’ το κρεβάτι με τα’ απομεινάρια του μεθυσιού της περασμένης νύχτας να δυσκολεύουν τις κινήσεις και κουτουλώντας από τοίχο σε τοίχο έφτανε στο μπάνιο για να καταβρέξει το κεφάλι του με κρύο νερό. Έπειτα καθόταν στην κουζίνα, άναβε ένα τσιγάρο κι άρχιζε να ψάχνει ό,τι υπολείμματα ουίσκυ υπήρχαν στα μπουκάλια των ραφιών. Μια μέρα δοκίμασε να του τα κρύψει - την απείλησε ότι θα την σκοτώσει αν το ξανακάνει. Την έπιασε τότε μια περίεργη ταχυπαλμία κι ας ήξερε καλά πόσο την αγαπούσε: πόσες φορές δεν είχε ξενυχτήσει δίπλα της όταν αρρώστησε κι αργότερα όταν έπεσε σε κατάθλιψη, πώς την είχε κρατήσει όρθια μετά την απώλεια της μητέρας περιφρονώντας τον δικό του πόνο, πώς φρόντισε να την προστατέψει όλους εκείνους τους δύσκολους μήνες Ήρθαν όμως μετά οι δύσκολες στιγμές. Όταν δεν τα κατάφερε δυο χρόνια αργότερα στις πανελλήνιες, άρχισε να την αποκαλεί αχάριστη, χαζή κι ανίκανη, που ξενυχτούσε δεξιά κι αριστερά με τον πρώτο τυχόντα, σπάταλη με τα χρήματα που της άφηνε, ενώ τα ‘βαζε και με τον εαυτό του που ήταν τόσο καιρό ελαστικός μαζί της. Τά λεγε όλα αυτά πιωμένος κι εκείνη τ’ ακουγε με το βλέμμα χαμηλωμένο ξέροντας πως δεν τα εννοεί. Ήταν άλλωστε κι εκείνος ο τελευταίος όρκος στη μητέρα, τότε στο νοσοκομείο, να τον φροντίζει όσο μπορεί. Και το ‘κανε

αδιαμαρτύρητα…

…δέχτηκε την μετακόμιση των δυο ξένων στην τετράδα των θέσεων που καθόταν. Συνέχισε να κοιτά τη γραμμή του ορίζοντα, τόσο παρούσα, να κόβει τον κόσμο δυο λωρίδες. Ο ένας απ’ τους δύο, πιο τολμηρός, ήρθε και κατέλαβε τη θέση δίπλα της ενώ ο άλλος απλώθηκε απέναντί της, δίπλα στα πόδια της. Η σιωπή της ήταν στο μυαλό τους η καλύτερη υποδοχή, κοιτάζονταν μεταξύ τους και ξεσπούσαν σε λαίμαργα γέλια. Σε σπαστά ελληνικά ρωτήσαν τ’ όνομα της μα κείνη δεν τους έδωσε απόκριση. Ο διπλανός της σήκωσε τότε το χέρι του, το πέρασε πάνω απ’ την πλάτη του καθίσματός της και έγειρε απάνω του το κεφάλι. Δήθεν αδιάφορα, άρχισε να μιλά με τον φίλο του κι οι άκρες των ματιών του σημάδευαν τ’ ανοίγματα στο φόρεμά της πάνω απ’ τα πόδια και το στήθος της προσκαλώντας με το βλέμμα τον φίλο του ν’ απολαύσει κι εκείνος το σάρκινο θέαμα. Αυτός, ήπιε μια τελευταία τζούρα από την μπύρα του και με κάμποση επιφύλαξη ανασηκώθηκε στο κάθισμά του απολαμβάνοντας πρόστυχα τη θέα. Μα εκείνη ούτε που αντέδρασε και πάλι, και το χέρι πίσω απ’ την πλάτη της πήρε το θάρρος και κατέβηκε

χαϊδεύοντας τον λαιμό της…

…κι έσκυψε να τη φιλήσει στο μάγουλο για «καληνύχτα» μέσα σε μια ανάσα αποτρόπαια, γεμάτη ουίσκυ και φτηνά γυναικεία αρώματα. Εκείνη γύρισε το κεφάλι της στην άλλη πλευρά του μαξιλαριού. Το φιλί όμως επέμενε πεισματικά, γινόταν όλο και πιο υγρό και πιο λάγνο. Έκανε να κουλουριαστεί μα το χέρι του πατέρα πέρασε κάτω από τα στρώματα, ανάμεσα στα πόδια της και με αδέξιες κινήσεις προσπαθούσε να παραμερίσει το εσώρουχό της. Μεσ στον ύπνο της εκείνη έφερε τα γόνατα στην κοιλιά της, του αντιστεκόταν με τρόπο πνιγηρό. Μα ο πατέρας πέταξε απότομα τα στρωσίδια από πάνω της και έπεσε ολόκληρος στο κορμί της. Εκείνη τραβήχτηκε όσο μπορούσε, τέντωνε το λαιμό της μακρυά απ’ τα χείλη του, μα ανοίγοντας μια στιγμή τα μάτια είδε στην κορνίζα δίπλα της στο κομοδίνο, το πρόσωπο της μητέρας στην φωτογραφία. Το βλέμμα της από την άλλη πλευρά του τζαμιού τραχύ κι ικετευτικό, γινότανε πλημμύρα στα μάτια της και γλυστρούσε απ’τις κόχες τους μέσα της. Ήτανε τώρα αυτή η δίδυμη αδερφή της, το ζωντανό της μισό, αναστημένη να ζεί ξανά και να σοφιλιάζεται μαζί της μέσα απ’ τον όρκο του χρέους για την φροντίδα του πατέρα. Κάθε φροντίδας. Κι η αντίσταση στο νευρώδες του άγγιγμα χαμήλωνε, του άνοιγε διστακτικά, τον δεχόταν μέσα της και της ήταν αδιάφορο αν ο πόνος της βίας του θα την έκανε να λιποθυμήσει εκείνη τη στιγμή ή την επόμενη. Και κάπου εκεί ήρθε ο τελευταίος του σπασμός κι η διάφανη βροχή του πότισε τη μορφή της μητέρας που φώλιαζε κάτω

απ’ την κοιλιά της…

και πάνω της έπαιζε το πρησμένο χέρι του αγνώστου. Ένα-ένα άνοιγε τα κουμπιά του φουστανιού της κι έφερνε στο μεσημεριανό φως το μικρό της στήθος. Μ’ ένα νεύμα κάλεσε τον φίλο του να τ’ αγγίξει. Το πήρε στην χούφτα του και του το πρόσφερε τραβώντας το προς τα εμπρός κάνοντας το κορμί της να γείρει ξοπίσω του. Ο άλλος δίστασε και τότε εκείνος επέμεινε περισσότερο επιτακτικά. Το σφιξε στη χούφτα του πιο δυνατά και του το ξαναπρόσφερε. Την κοίταξε στο πρόσωπο. Ήταν το ίδιο ακίνητη και παγωμένη όπως στην αρχή, σαν να μην ήταν ποτέ εκεί. Μαγνητισμένος από τη θέα των μαστών της, γονάτισε στο δάπεδο αντικρυστά τους και σήκωσε πάνω τους τα χέρια του ενόσω ο άλλος την αγκάλιαζε παντού. Ήταν όμως σαν να αγκάλιαζε ένα άψυχο

κορμό δέντρου

…αγαπημένου που της το φέραν κομμένο κούτσουρα. Έτσι βρήκε το επόμενο πρωί τον πατέρα μέσα σε μια λίμνη αίματος και μια σφαίρα καρφωμένη στον κρόταφο. Τα χέρια της πάγωσαν στο πρόσωπο, το στόμα τρομαγμένο, ανοικτό, με μια κραυγή άψυχη που σαν ανέβαινε στο στόμα και συναντούσε τον αέρα γινόταν κομμάτι απ’ το νοτισμένο με αίμα χαλί, κομμάτι απ’ το δάκτυλο που ήταν ακόμα στην σκανδάλη, κομμάτι από ένα συγγνώμη που ήταν γραμμένο σ’ ένα κομμάτι λευκό χαρτί ριγμένο δίπλα του - η κραυγή της, ήχος στερεοποιημένος, φυλακισμένος πια μέσα της. Κι έτσι έμεινε βουβή, χωρίς μια αντίδραση μήτε στην κηδεία μήτε και στα μνημόσυνα που ακολούθησαν. Δεν είχε προλάβει να εξηγήσει στον πατέρα. Μόνο σε κείνον θα μπορούσε να το κάνει, να του εξομολογηθεί πως ήταν η μητέρα εκείνο το βράδυ που αγκαλιαζότανε μαζί του κι όχι η ίδια. Και μετά,

ν’ αγκαλιάσει το πρόσωπό του…

…μέσα στα δυό της χέρια καθώς σφίγγαν γύρω του. Τον έκλεινε μέσα στο στήθος της και έκλεινε την μπουκαπόρτα της ανάσας του γέρνοντας με δύναμη και πιέζοντας το κεφάλι της πάνω στο κεφάλι του ξένου. Φοβόταν να τον αφήσει. Έκλαιγε γοερά και μέσ’ από το κλάμα της ξεπηδούσε ένα παράταιρο γέλιο που έκανε τους δύο αγνώστους να παγώσουν. Δεν τους απωθούσε, δεν τους αντιστεκόταν, μα δεν τους παραδινόταν κιόλας, δεν τους υποτασσόταν. Γελούσε κι έκλαιγε αξεδιάλυτα, ελεύθερη πια. Ο γονατισμένος άνδρας τραβήχτηκε βίαια προς τα πίσω και ζάρωσε σαστισμένος απέναντί της στο κάθισμα. Την ίδια στιγμή ο μέχρι τότε θαρραλέος φίλος του μαζεύτηκε στο μπράτσο του καθίσματος. Την κοιτούσαν σαν υπνωτισμένοι να γελά υστερικά με δάκρυα στα μάτια, να σείεται ολόκληρη και τα στήθη της να πάλλονται στον αέρα ελεύθερα. Αδύνατον να καταλάβουν. Ανασηκώθηκαν και χωρίς να μπορούν να πάρουν το βλέμμα τους από πάνω της πισωπατούσαν κι απομακρύνονταν. Το γέλιο της σιγά-σιγά

χανόταν και χαμήλωνε…

…η ταχύτητα του τραίνου που έκοβε πλησιάζοντας στον επόμενο σταθμό.

Λίγο αργότερα, από το παράθυρο ενός άλλου βαγονιού, οι δυο ξένοι την είδαν ήρεμη, να πέφτει στην αγκαλιά ενός άντρα που την περίμενε στην αποβάθρα.

http://straths8alassinos.wordpress.com/

Η άποψη του Πετεφρή:ωραίο κείμενο, αλλά θα ήθελα, πρίν τα τεχνοκρατικά, να σας τα "ψάλλω", χωρίς συναίσθημα και χωρίς παραφερνάλια. Εχετε χαρισματικό στύλ, δουλεύετε τον λόγο με οξύ και τέμνον όργανο, εντάξει ,αλλά γιατί αυτή η "μούτα"; μούτα λένε στο θέατρο μιά παγιωμένη γκριμάτσα, που "παίζει" θετικά μέσα στη συνείδηση του θεατή. Στην περίπτωσή σας, η μούτα είναι στριμμένη, κατευθυνόμενη και έχει μεταβληθεί σε οργανικό στοιχείο της έκφρασής σας. Ξέρετε, ένας τεράστιος αποθέτης σημαντικών κειμένων, ακυρώνεται στο κοινό επειδή ο συγγραφέας προτιμά να υπηρετήσει την μούτα του και όχι το κείμενο. Δηλαδή, γιά να το πώ λιανά, διαβάζοντας τις πρώτες γραμμές του κειμένου σας, το μυαλό διαμορφώνει αμέσως, αστραπιαία την προεικόνα "ένα άτομο που θεωρεί την λογοτεχνία σοβαρό όργανο, που βασανίζεται με την ακρίβεια της έκφρασης, που μιλάει "σοβαρά", που έχει σε εκτίμηση αυτά που σκέφτεται, ενδεχομένως και αυτά που ζεί. Δηλαδή , ένας επαγγελματίας του ύφους που ορίζεται από στερεότυπα". Γιατί ήμουν τόσο σίγουρος γιά την κατάληξη του κειμένου σας; όχι επειδή είμαι προφήτης ή έμπειρος, αλλα΄επειδή έχω χαλάσει τα ντιβιντί λόγω πολυχρησίας από ανάλογα "σκοτεινοευρωπαϊκά" κινηματογραφικά έργα και έχω βιώσει απόλυτα το she's leaving home, bye, bye από την προ 40ετίας saga των Beatles. Γι΄αυτό. Παράγετε δηλαδή υψηλής ποιότητας αναμενόμενη λογοτεχνία, πράγμα που ακυρώνει την ίδια την λογοτεχνία.Πρέπει να αγαπήσετε τις λέξεις που χρησιμοποιείτε,και να μη τις θεωρείτε δεδομένες. Γιά τον κόσμο και τις πράξεις του, εχετε την ελευθερία να κινείστε όπως σας αρέσει. Στα υπόλοιπα, λίγα έχω να προσθέσω. Καλή ανάπτυξη, ωραίος τροχασμός λέξεων και εντυπώσεων, κάποιος που έχει διαβάσει λίγα πράγματα(ή, ακόμη χειρότερο, έχει διαβάσει πάρα πολύ μόνον τα πράγματα που του αρέσουν) θα είχε μόνον επαίνους γιά το κείμενό σας. Αλλά να μου επιτρέψετε να ονειρεύομαι μία προσωπικότητα ,την δική σας, που δεν ξοδεύεται σε προετοιμασμένες και προεπιλεγμένες περσόνες. Είστε άτομο έτοιμο γιά βαθιά νερά, γιά πείραμα, γιά παιχνίδι, γιά παίγνιο(άλλο το παίγνιο, άλλο το παιχνίδι) γιά ένταση στις αβεβαιότητές του, γιά περιφρόνηση στο ψυχολογισμό και στις άλλες αρρώστειες του σιναφιού.Θα έλεγα να σέβεστε μόνον ό,τι περιφρονούν οι άλλοι- είναι ένας μηχανικός τρόπος να ξεφύγετε από τις σιγουριές της συναισθματικής πανούκλας που έχει ήδη αγγίξει τα άκρα σας. Μήτε το εύρημα της ψυχρής παρατακτικής αφήγησης εξαφανίζει τον πλούσιο συναισθηματικό σας κόσμο, αλλά αυτά δεν μετράνε. Δεν μισείτε, δεν ονειρεύεστε εναντίον των ονείρων σας. Μη φέρεστε σαν τους "απέξω" που βρίζουν τις δημόσιες υπηρεσίες και μόλις προσλαμβάνονται σε αυτές ,γίνονται γενίτσαροι και υπερασπιστές ακριβώς των ζητημάτων που έως τότε τα είχαν στην τσίτα και τα περιφρονούσαν. Η γελοία πτυχή ενός συγγραφέα, είναι σε πολλές περιπτώσειςπ λεονέκτημα και καμάρι του. Με τις λέξεις να γράφετε, κι όχι με τις εικόνες που προσπαθείτε να επιβάλετε με τις λέξεις σας.
Ζητώ συγγνώμη άν ξεπέρασα κάποια όρια ευπρέπειας και ανοχής.Δεν αντέχω να βλέπω ταλέντο να κυνηγά την έγκριση των μετρίων , των αναγνωστών, των ευπρεπών (οι περισσότεροι ευπρεπείς "ανατινάζουν" ανατιναγμένα τοπία). Τολμήστε, ταπεινωθείτε, σπάστε την αρχαία τάξη, πράγμα απολύτως μέσα στις δυνατότητές σας, αφού εσείς την ορίζετε. Καλή συνέχεια και κουράγιο.

Η άποψη του Μίχου. Ο άνθρωπος που γράφει εδώ γράφει μου φαίνεται με πειθαρχία έκθεσης ιδεών για εισαγωγή στο πανεπιστήμιο...Να του επαινέσω τα ρακοράκια σαν εύρημα , αν και θα ήταν πιο δραστικά κρυμμένα μέσα στην αφήγηση. Τώρα πως γίνεται ένα κείμενο άρτια σχεδόν γραμμένο να μου προκαλεί αυτό που θα έλεγα αφηγηματική απώθηση, το αποδίδω μάλλον στην ψυχρότητα και σε ένα είδος αποστειρωμένης στάσης του αφηγητή... Πιθανόν ο γράφων να ενσωματώνει ένα είδος εσωτερικής λογοκρισίας, γνωρίζοντας ότι το κείμενο θα τεθεί υπό κρίσιν, οπότε το διεκπεραιώνει ώστε να είναι ατσαλάκωτο. Ο Γουόρχωλ ήταν που είχε βάλει μια ακίνητη κάμερα αβάν γκαρντ να φιλμάρει κανένα πεντάωρο τον κοιμώμενο εραστή του; Μια τέτοια έντύπωση έχω. Ακίνητη κάμερα...Βλέπω ικανότητα γραφής αλλά τη συνάγω από το αποτέλεσμα που τη βυθίζει εδώ. Θα συνιστούσα κάποιο βιβλίο αφηγηματολογίας , τον Ζενέτ, ας πούμε, και θα προέτρεπα τον γράφοντα να βάλει μπουρλότο στην ευπρέπεια και να αρχίσει ένα κύκλο παιχνιδιών αυτόματης γραφής...Ακόμη και με τα στοιχεία τόσο εμφανούς λογοκρισίας, έχω την απορία να δω ένα παιγνιώδες κείμενο . Η προσπάθεια για απέκδυση αυτής της λογοκρισίας, θα μπορούσε να παράγει αξιομνημόνευτο ύφος. Θα ήθελα να το δω. Τελικά όλοι προσεγγίζουμε άνισα τη γραφή. Αλλά μας δίνονται χάρισμα, αλλά θα πρέπει να τα κατακτήσουμε ασκούμενοι...Για συνεχίστε...

16 σχόλια:

kostas_patra είπε...

καταραμένο στο σενάριό του,
σε σκληρό φώς και πηχτό σκοτάδι βουτηγμένη η ματιά του,
σε γνήσιους κινηματογραφικούς χρόνους χωρισμένο,
με επάρκεια νοηματική η κάθε σκηνή,
και ο κάθε σπόνδυλος της ιστορίας να χαρακτηρίζει τα σημεία καμπής δύο διασταυρούμενων ιστοριών, που ακολουθούν αντίθετες πορείες, αυστηρά ασυμπτωτικές ως προς τη λύση τους.
δυστυχώς οι σκιές δεν μίλησαν μόνο, όλες οι σκιές...
πολύ μου άρεσε

Fight Back είπε...

Ένας φίλος μπλόγκερ έλεγε πως ήθελε να φτιάξει μια εικόνα που θα μιμείται το γνωστό απορρυπαντικό και θα λέει

"Εύρημα!
λευκαίνει τα ποστ"

Ισως η πιο συχνά χρησιμοποιημένη λέξη στα σχόλια - επαίνους στα μπλογκς.

Εύρημα αυτό το ιδιόμορφο σπονδυλωτό κείμενο όντως. Και είχε ασθένεια, θάνατο, αναμνήσεις, αιμομιξία, αλκοολισμό, αυτοκτονία, άνευ όρων παράδοση σε σχεδόν βιασμό.

Προσωπικά όμως δεν ενθουσιάστηκα απο την κουρασμένη και αδιάφορη στάση της ηρωίδας απέναντι σε όλες αυτές τις συμφορές που της επιφύλαξε η ζωή τόσο σύντομα. Ή μήπως η στάση της ήταν συμπονετική? Ή ήταν μυστηριώδης και αινιγματικά πολύπλοκη, τόσο που ως αναγνώστης έχασα τη δυνατότητα να την καταλάβω?
Είναι καλογραμμένο σίγουρα και με μερικές όμορφες περιγραφές. Συνολικά όμως δε μου άρεσε.

Βέβαια αυτό δε σημαίνει τίποτα. Είναι μία απλώς άποψη απο τις δεκάδες που θα άξιζε αυτό το κείμενο αν σε τούτο το μπλογκ δε σχολιάζαμε μόνο τους φίλους μας, όποτε αυτοί υποβάλλουν.

numb_jg είπε...

Σκιές, την άποψή μου για αυτό το κείμενο την ξέρεις, αφού την είχα καταθέσει όταν είχες ανεβάσει το "τραίνο" πριν από έναν μήνα στο ιστολόγιό σου. Εδώ θα αρκεστώ να πω μόνο ότι αυτό το κείμενο είναι γαμάτο.

(so simple)

οι σκιές μιλάν είπε...

Αν μου επιτρέπουν οι οικοδεσπότες κι οι σχολιαστές, σκέφτομαι ν' απαντήσω στα σχόλια μετά τη δημοσίευση της άποψης του κου Μίχου και του Πετεφρή.

Ευχαριστώ προκαταβολικά όσους αφιερώσετε λίγο από το χρόνο σας να ρίξετε μια ματιά στο κείμενο. Ειλικρινά το εκτιμώ.

Μόνο μια (άσχετη) σημείωση για το "λευκαίνει το ποστ" που έγραψε ο φάιτ μπακ: τραγική ειρωνεία, φίλε, που το 'γραψες αυτό χθές, όταν λίγες ώρες νωρίτερα, εντελώς ξαφνικά κι απροειδοποίητα, "λευκάθηκαν" τα 186 υπάρχοντα σχόλια στο artlogokrisia. Τελικά κι οι λογοκριμένοι αγαπούν το λευκό - "αγαπούν" συμπλεγματικά τους θύτες τους όπως, μ' έναν τρόπο, κι η πρωταγωνίστρια - αλλ' αυτά καλύτερα να τα πούμε αργότερα.

Ένα θερμό ευχαριστώ, τέλος, στην Ρέντον για...όλα.
:)

οι σκιές μιλάν είπε...

@ kostas_patra, νάμπ

σ' ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια

οι σκιές μιλάν είπε...

@ Πετεφρή,

καταλαβαίνω απόλυτα αυτό που λέτε. Νομίζω το σχόλιό σας μου περιγράφει με ακρίβεια μια ανασφάλειά που καιρό τώρα μ' έχει φτάσει στα όρια μου.

Λέτε σε δύο σημεία:

καποιος, ακόμη χειρότερο, που έχει διαβάσει πάρα πολύ μόνον τα πράγματα που του αρέσουν)

και πιο κάτω

ίναι ένας μηχανικός τρόπος να ξεφύγετε από τις σιγουριές της συναισθματικής πανούκλας που έχει ήδη αγγίξει τα άκρα σας.

Έτσι είναι. Υπάρχει στο μυαλό μου ένας σταθερός κανόνα μερικών συγγραφέων των οποίων το ύφος από τη στιγμή που αποκρυσταλλώθηκε στο μυαλό μου και απέκτησα εικόνα για τις διαστάσεις του (με τον τρόπο που έχει εικόνα του καμβά του ο ζωγράφος) μου στάθηκε αδύνατο να διαβάσω οτιδήποτε καινούργιο που δεν το παρακολουθούσε. Μοιραία, θα πεί κάποιος, έχασα τη δική μου φωνή, ή για να είμαι πιο ακριβής, τον χαρακτήρα μου (με τη ετυμολογική έννοια του όρου). Δεκτό και, ίσως, και ακριβές. Αλλά πείτε από αρχή, "λάθος τρόπο σκέψης", πείτε από επιφανειακό ακαδημαϊσμό, κινούμαι μάλλον από τη "σπουδή" αυτού του "κανόνα" προς την ανεύρεση της δική μου φωνής.

Με αφορμή την υποβολή του κειμένου εδώ στο C-E, σκέφτηκα ίσως για πρώτη φορά να δώ που έχω φτάσει: "να μεταφράσω" το κείμενο από το ύφος του "κανόνα" σε κάτι πιο δικό μου - α)να το κάνω σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, σα ροή συνείδησης, μ' εσωτερικό μονόλογο β)χρόνου ενεστώτα, και γ) (μιλώντας κινηματογραφικά:) μονοκάμερο, με την κάμερα στον ώμο.

Το 'γραψα. Δεν μου άρεσε, δεν μου βγήκε. Κάτι με χαλούσε πολύ, δεν ξέρω τι ακριβώς. Ίσως τελικά να ήταν καλύτερα να έχω στείλει αυτό. Ίσως να το ξαναδοκιμάσω.

Όπως και να 'χει, σας ευχαριστώ θερμά για το σχόλιο σας. Ειλικρινά, "μου μιλήσατε" όχι μόνο γιατί είχαν για μένα περιεχόμενο οι κουβέντες σας αλλά και γιατί μου την είπατε με κεινον τον τρόπο που με κάνει να ανοίγω αυτιά και να προσυλώνομαι μη μου φύγει κάποιο "και".

Να 'στε καλά.

οι σκιές μιλάν είπε...

Κε Μίχο,

έκλεισα το προηγούμενο σχόλιο στον Πετεφρή, ευχαριστώντας τον που μου μίλησε σε μια γλώσσα που με κρατά προσυλωμένο.

Αυτό, ξέρετε, πάει και τούμπαλιν: υιοθετώ (με μερικές φυσικά εξαιρέσεις) το ύφος και τις προσδοκίες αυτού που έχω απεναντί μου αφήνοντάς τις να ορίσουν εκείνες τις συντεταγμένες της επικοινωνίας, της όποιας επικοινωνίας. Και τούτο, όχι φυσικά από κάποιου είδους χαμαιλεοντισμό ή υποκρισία, αλλά επειδή επιθυμώ να επικοινωνήσω και να συνεννοηθώ με τον άλλο επί κάποιας ουσίας. Να υπάρχει ένα τέλος (- ξανά με την ετυμολογική έννοια του όρου).

Πολλές φορές μπήκα στον πειρασμό να το κάνω κι εδώ: πριν υποβάλω το κείμενο "να διαβάσω" τις όποιες θεωρητικές κατευθύνσεις μπορούσα να αποκωδικοποιήσω από τις παρελθούσες κριτικές σας και να δοκιμάσω να γράψω έτσι. Οχι για να ξεγελάσω και να εκμαιεύσω τον έπαινό σας αλλά για να δώ αν μπορώ να το κάνω, ως "παιχνίδι" και "παίγνιο" που είπε κι ο Πετεφρής.

Ευτυχώς με απέτρεψα και είπα γι' αλλάγή να την αντιμετωπίσω καθαρα "χρησιμοθηρικά" κι "ιδιοτελώς" την εμπειρία αυτής της "έκθεσης". Και χαίρομαι πολύ γι αυτό γιατί μου δείχτηκε ένας δρόμος και το εκτιμώ αυτό αληθινά (όποιος μου μιλά χωρίς να μου αποδεικνύει κάτι και να μου δείχνει κάτι, είναι εχθρός μου - έγραφε ένας αγαπημένος)

Τώρα για τις προτάσεις περί αφηφηματολογίας που μου κάνετε, δεν ξέρω. Άλλο γαλλικό δομισμό και Νέα Κριτική δεν ξέρω αν θα τη σηκώσω. Εκτός αν έχετε κάτι πιο φρέσκο να μου προκρίνετε - κρατώ ξέρετε μια θερμή επιφύλαξη για οτιδήποτε σύγχρονο κι ίσως έχω χάσει πράγματα που θα άξιζε να διαβάσω.

Κρατώ, ωστόσο, και την κάνω εργόχειρο κέντημα να την βάλω στον τοίχο μου, την άλλη σας πρόταση:

(...)και θα προέτρεπα τον γράφοντα να βάλει μπουρλότο στην ευπρέπεια και να αρχίσει ένα κύκλο παιχνιδιών αυτόματης γραφής...Ακόμη και με τα στοιχεία τόσο εμφανούς λογοκρισίας, έχω την απορία να δω ένα παιγνιώδες κείμενο. Η προσπάθεια για απέκδυση αυτής της λογοκρισίας (...)

Αυτό όντως το ήθελα να το ακούσω και πολύ σας ευχαριστώ για το σπρώξιμο.

:)

Ανώνυμος είπε...

@ σκιές
Ωραία, ανέφερα το Ζενέτ επειδή τα έχει κάπως τυποποιημένα.
Δοκιμάστε την κίνηση του αφηγητή, εκεί παίζεται το πράγμα τώρα...
Χαίρομαι γιατί καταλάβατε κι εσείς με τη σειρά σας ότι έβαλα απαιτήσεις για σας σε ένα μέγιστο...
Μετά διάβασα και τον Πετεφρή, άλλο παιχνίδι αυτό, δεν τον διαβάζω ποτέ πριν γράψω, και γελούσα...

Σας ζητάμε πολλά;
Σας έχουμε και ικανό μάλλον.

Θα σας παρακολουθώ και ιστολογικώς.
Την αγάπη μου

Μίχος

οι σκιές μιλάν είπε...

Δοκιμάστε την κίνηση του αφηγητή, εκεί παίζεται το πράγμα τώρα...

έχετε κάποιο συγκεκριμένο έργο υπ' όψιν σας (θεωρητικό/λογοτεχνικό) για να μην κινηθώ στα τυφλά ξανά σαν αυτοδίδακτος;


Σας ζητάμε πολλά;

Mάλλον με τιμάτε. Σπανίζει, ξέρετε, να σε πιστεύει κάποιος όταν αρχίζεις να περπατάς κι όλα είναι ακόμα άγουρα. Λείπει, γενικά, το αίσθημα αυτό...

Να 'στε καλά και πάλι.

kostas_patra είπε...

στοιχεία κριτικής είναι ο έπαινος και το ψέγος,
ούτε το ένα, μήδε τ'άλλο από μόνα τους και αναιτιολόγητα μπορούν να θεωρηθούν επικοδομητικά.

Η γραφή του ρέουσσα απ' την αρχή ως το τέλος, κλιματωτά εισάγει συναισθήματα, τα καλλιεργεί, τα εξελίσσει με προσοχή για να λειτουργήσουν υποβλητικά όπως το φλάουτο παρά με περισσό εντυπωσιασμό όπως οι τυμπανοκρουσίες.
Δεν σου δίνει τη δυνατότητα να ξεφύγεις και διαβλέπεται από την αρχή, με τον κόμπο στο στομάχι, είναι πτώση με πρόσκρουση και όχι με ελπίδα τεντωμένου πανιού.
Δεν μπαίνει στη θέση κανενός, δεν συμπάσχει, καταγραφέας είναι ενός χρονικού και έτσι μπορεί να αναπτύξει περιγραφικά τον περιβάλλοντα χώρο,ιδιότητα που θα απεμπολούσε αν δεν κρατούσε τις αποστάσεις.

Ζωγραφίζει και τα στοιχεία του έχουν την άνεση να βρίσκονται εντός ή εκτός τελάρου, μα στο δια ταύτα είναι επαρκώς περιγραφημένα για την οικονομία του έργου, υπάρχουν ρόλοι, με χαρακτηριστικά ποιοτικά και βάθος, που αν αφεθείς να ταξιδευτείς, ο χρόνος θα σου τα αποκαλύψει

Η επαναληψη του σπονδυλωτού, επιτυχώς,εξυπηρετεί το πλήθος των διαφορετικών χώρων που εισάγει, ενώ η έκτασή του διακειμένεται οργανικά,σαν παλλόμενος οργανισμός, πιό πλούσια στη μέση και πυκνότερη στο τελείωμά της, σαν τον γενετήσιο σπασμό.

Αφήνει τον αναγνώστη να προβληματιστεί και να πάρει θέση για αυτά που διαβάζει, γι' αυτά που παρακολουθεί και όχι να τον απενοχοποιήσει αφήνοντας να εννοηθεί πως υπάρχει ΕΝΑ ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΗΘΙΚΗΣ, όπως θα πίστευε ο ελεγκτής του τραίνα ή η κοινωνική λειτουργός , ο γράφων περιγράφει μια κοινωνία ανεξέλεγκτη, χωρίς φραγμούς και ηθική και το σημαντικότερο, τη διατηρεί ως και το τέλος και αυτό είναι που κάνει το έργο του κολασμένο κατ' εμέ.

Αν έχει ψεγάδια κατά τη γνώμη μου;
2
το πρώτο είναι οτι ναι μεν ακολουθεί κινηματογραφικούς χρόνους, με αναδρομές και περιγραφές, μα δεν πιστεύει πολύ στη αξία της σιωπής και εξηγώ.
Όταν η ματιά φτάνει σε κορύφωση, θέλει το χρόνο της για να τονιστεί η αξία της και να αποκατασταθούν οι αναλογίες. Στον "κλονισμό"+"Ξάφνου" θα πα θελα άλλη παράγραφο, που μπορεί φαινομενικά να κοβε τη ροή που υπερθεματίζω, μα θα έκανε καλυτερη αξιοποίηση του χρόνου.

το δεύτερο είναι οτι θα περίμενα τον τελευταίο σπόνδυλο για να είναι αληθοφανής η μετάβαση της κοπελιάς από κατάσταση μαινάδας σε ήρεμο, καθημερινό, ακίνδυνο πλάσμα.

Τυρρανικά συγκρατημένο σαν το μωρό της Ρόζμαρυ, πανέμορφο κείμενο-σενάριο.

Δεν κρίνω τον γράφοντα και την προσφορά του συνολικά, το κείμενό του μόνο.

κάτι που άφησα, λάτρεψα το σκοτεινό σου φ
στο "χαιδεύοντας το λαιμό της", όλα τα σημάδια στο φονικό παρέπεμπαν, η λέξη πίσω από τις λέξες.

*σκιές* κριτική έγραψα καλοπροαίρετη και όχι καλά λόγια.

Ανώνυμος είπε...

Να σας πω τι θα έκανα μια και με ρωτάτε. Θα έπαιρνα τη Γυναίκα του Γάλλου Υπολοχαγού, επειδή έχει ρακόρ στο χρόνο... Θα έβλεπα την ταινία προσπαθώντας να παρακολουθώ τις κινήσεις της κάμερας... Μετά θα έπαιρνα το βιβλίο και θα παρατηρούσα υπογραμμίζοντας τι αποδίδεται στον αφηγητή στο βιβλίο...
Και μετά ξανά στην ταινία...

Έτσι σοφός στο τέλος θα ήξερες Ιθάκες τι σημαίνουν...:)

Μίχος

dianathenes είπε...

Εκείνο που μου άρεσε στο τραίνο σας είναι τα βαγόνια του - σαν βαγόνια μοιάζουν οι παράγραφοι που θηλυκώνουν κάθε μια με την επόμενη- το καθένα με τους δικούς του ταξιδιώτες γιατί παρόλο που είναι ολόκληρο ένα τρένο η αφήγηση θα μπορούσε να σπάσει ανά βαγόνι σε αυτοτελείς ιστορίες και πάλι να έχει νόημα η κάθε μια τους ξεχωριστά.

Επίσης με εντυπωσίασε το γεγονός ότι παρόλο που φαίνεται να βάλατε έναν παντογνώστη αφηγητή που τα γνωρίζει όλα ο αφηγητής είναι η ίδια η κοπέλα που τα φέρνει στο μυαλό της κατά την τρίλεπτη στάση του τρένου. Αυτή βλέπει τον εαυτό της, κάμει την ανάδρομη του ταξιδιού, αυτό που της συνέβη ενώ παρατηρεί τους επιβάτες να αποβιβάζονται. Κάνω λάθος;
Σε ελεύθερο πλάγιο λόγο είναι όλο το κείμενο παρόλο που φαίνεται αρχικά ότι χωρίζεται ο χρόνος σε παρελθόν και παρόν.

Το ύφος σας από αυτήν την άποψη είναι ταιριαστό. Κάθετο, αυστηρό όπως σε μια κατάθεση. Μια λεπτομερής καταγραφή της εμπειρίας.

Δεν φαίνεται να έχει και πολλή τύχη η κοπέλα αυτή ε; :)

οι σκιές μιλάν είπε...

@ Kwstas_patra

να με συμπαθάτε δεν ήθελα να φανώ απρεπής ούτε προς εσάς ούτε προς τον νάμπ. Είναι μόνο που τα θετικά σχόλια, κι αν μ'αρεσουν, τα βρίσκω κλεπταποδόχα γιατί μου παίρνουν την προσοχή από κείνα που χρειαζόταν ν' ακούσω εδώ, τ' αρνητικά.

Σημειώνετε:

Στον "κλονισμό"+"Ξάφνου" θα πα θελα άλλη παράγραφο

και παρακάτω

το δεύτερο είναι οτι θα περίμενα τον τελευταίο σπόνδυλο για να είναι αληθοφανής η μετάβαση της κοπελιάς από κατάσταση μαινάδας σε ήρεμο, καθημερινό, ακίνδυνο πλάσμα.

Έχετε δίκιο και στις δύο παρατηρήσεις σας. Φοβήθηκα μόνο οτι θα γινόταν ανισομερές. Για την ακρίβεια στον τελευταίο "σπόνδυλο" είχα κατα νου την αντίθεση στο σάστισμα με το οποίο αντιμετωπίζει την εικόνα του νεκρού της πατέρα που έρχεται να προσθέσει μια συναισθηματική σκουριά πάνω της και την αποτίναξή της μέσα από την ένταση της εμπειρίας του βιασμού. Θα υπηρετούσε ίσως τη νοηματική αρτιότητα η έξτρα αυτή παράγραφος, αλλά την έφαγε το μοντάζ.

Υπάρχει ένας άνδρας που την περιμένει στην αποβάθρα. Θα μπορούσε να υπάρχει χρονικά τοποθετημένη στο μεσοδιάστημα απ' την αυτοκτονία του πατέρα ώς την επιβίβαση της στο τραίνο η δική τους ιστορία, μια αδιέξοδη σχέση οφειλόμενη στην στην εν λόγω σκουριά της πρωταγωνίστριας. Σ' αυτήν την περίπτωση, η μετάβαση της κοπελιάς από κατάσταση μαινάδας σε ήρεμο, καθημερινό, ακίνδυνο πλάσμα θα γινόταν μέσω αυτής της σχέσης.

Ίσως το δοκιμάσω και αυτό να δώ πως θα βγεί - αν και η πρόσθεση νέου προσώπου, ως ιδέα, με έκανε τότε κάμποσο επιφυλαχτικό.

Ευχαριστώ σας και πάλι για την καλοπροαίρετη κριτική.
:)

οι σκιές μιλάν είπε...

Καλή ιδέα αυτή. Νομίζω οτι την έχω την ταινία κάπου σ' ένα σκληρό. Θα βρώ και το βιβλίο και θα το κάνω. Καλή άσκηση ακούγεται.

Έτσι σοφός στο τέλος θα ήξερες Ιθάκες τι σημαίνουν...

Έμεις που τίποτε δεν είχαμε θα τους διδάξουμε τη γαλήνη.

:PPPP

οι σκιές μιλάν είπε...

@Dianathenes,

στην πρώτη παράγραφο του σχολίου σου, δικαιολογείτε καλύτερα απ' ό,τι θα μπορούσα να το κάνω εγώ την επιλογή του τίτλου.

:))

Κάνω λάθος;

Όχι, δεν κάνετε κανένα λάθος. Η επιλογή ωστόσο του ελεύθερου πλάγιου οφείλεται μάλλον στην αδυναμία μου να κάνω αυτό που έγραψα στο σχόλιο προς τον Πετεφρή: να δώσω την αφήγηση σε α' πρόσωπο κι ενεστώτα, με την μορφή εσωτερικού μονολόγου όπου παρόν και παρελθόν θα ήταν φαινομενικά αξεδιάλυτα, όπως ακριβώς ένα τραίνο: μπορείς να το δείς ως όλον, μηχανή και βαγόνια μαζί, ένα, αλλά μπορείς να το δεις και ως τα μέρη εξ ων συντίθεται.

Δεν φαίνεται να έχει και πολλή τύχη η κοπέλα αυτή ε;

Καθαρά εξιδανικευμένα, η κοπέλα θα ήθελα να στέκεται τελείως ακίνητη σε ελαφρά απόκλιση προς τα γεγονότα της ιστορίας: με ένα αίσθημα που ταλαντεύεται ανάμεσα στην στωική αποδοχή τους και την μοιρολατρική ηττοπάθεια.

Πολλά θέλω ε;
:P

Ευχαριστώ για το σχόλιό σας.

renton είπε...

Σκιαρέ να σε ευχαριστήσω κι εγώ για τη συμμετοχή σου, η οποία πυροδότησε τα πιο παθιασμένα και περιεκτικά κριτικά κείμενα όλοι του κύκλου, κατά τη γνώμη μου.