Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2007

Lexluthor - Ενα κουνέλι

Ξέρω πως θες να σου μιλάω για όσα δεν ακούς καθημερινά. Για νύχτες που τα άστρα δεν βγήκαν. Για μακρινούς καταρράκτες στην Αφρική και εξωτικά πουλιά με ανατριχιαστικά κελαηδίσματα. Για σπηλιές με μυστικά περάσματα και τέρατα κρυμμένα στις σκιές. Ξέρω πως θες να ακούς ιστορίες για φυλές με μάγους και τοτέμ. Για εκδικητικούς πειρατές και δράκους με φτερά. Για μυστικά που τα φυλάνε ιππότες με ασημοκεντημένες φορεσιές. Για μαγεμένους αυλούς και θησαυρούς θαμμένους σε χαμένα νησιά. Σήμερα όμως δεν θα το κάνω. Σήμερα θα σου μιλήσω για πράγματα απλά. Θα σου μιλήσω για εκείνη. Θα σου μιλήσω για ένα βράδυ και ένα κουνέλι.

Είχα καρφώσει το βλέμμα στα κουνελένια παντοφλάκια της. Ήταν τοποθετημένα με νοικοκυροσύνη πάνω στο μικρό χαλάκι. Στο πλάι είχαν ένα μικρό σκίσιμο και το ροζ χρώμα τους είχε πια ξεθωριάσει, όπως έχουν ξεθωριάσει και οι αναμνήσεις μου. Σε λίγο θα γυρνούσε. Ήθελα να μείνω στο κρεβάτι, ακίνητος, ξαπλωμένος. Ήθελα να σταματήσει ο χρόνος, έστω και για λίγο. Θυμάμαι όταν τα είχα δει στην βιτρίνα. Μπήκα και τα αγόρασα χωρίς να το πολυσκεφτώ. Από τότε δεν έπαψε ποτέ να τα φοράει και δεν έπαψαν ποτέ να μου φέρνουν στο μυαλό εκείνο το κουνέλι.

Εκείνο το κουνέλι είχε και όνομα. Δεν ξέρω αν απλώς το ξέχασα με τον καιρό ή επέλεξα να το εξορίσω από την μνήμη μου. Το έφερε ο παππούς μέσα σε ένα χαρτοκιβώτιο με μικρές τρύπες. «Μάντεψε τι σου έφερα» είπε γεμάτος ενθουσιασμό. Ένα κλειστό κουτί με περιεχόμενο μια έκπληξη είναι πάντα η απόλυτη ευτυχία για ένα εφτάχρονο παιδί. Γονάτισε ακουμπώντας προσεκτικά το χαρτοκιβώτιο στο πάτωμα. Με φώναξε κοντά και το μισάνοιξε. Αυτό καθόταν κουρνιασμένο σε μια γωνιά. Ήταν λευκό και χνουδωτό. Η αναπνοή του ήταν γρήγορη, σαν να έτρεμε. Τα αυτιά του έπεφταν γύρω από το πρόσωπο. Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος. Ο παππούς έκλεισε ξανά το κουτί και είπε να τον ακολουθήσω. Οι γαλότσες του έτριζαν σε κάθε βήμα. Κατεβήκαμε στον στάβλο, έβγαλε από μια γωνιά μερικά αγροτικά σύνεργα, τσάπες, φτυάρια και τσουγκράνες αποκαλύπτοντας ένα μικρό κλουβί από ξύλινο σκελετό και λεπτό συρμάτινο πλέγμα. Ξέμπλεξε το σκουριασμένο τέλι που μαζί με μια πρόκα έπαιζαν το ρόλο της κλειδαριάς και ελευθέρωσε μέσα το τρομαγμένο κουνέλι. Αυτό έκανε μερικά δειλά βήματα και στάθηκε ακίνητο στην απέναντι γωνία.

Θα έπρεπε να είχα πάνω από τρεις ώρες ασάλευτος στο κρεβάτι. Ώρες περισυλλογής, ώρες συγκέντρωσης που διακόπτονταν από σκόρπια κομμάτια αναμνήσεων. Σαν άλτης που ετοιμάζεται να πάρει φόρα και έχει το βλέμμα καρφωμένο στον στενό διάδρομο προσπαθώντας να αγνοήσει τις εικόνες γύρω του. Το δικό μου σκάμμα όμως δεν είχε άμμο. Δεν ήξερα τι είχε. Ίσως είχε δροσερό νερό, ίσως πάλι να ήταν και ένας απύθμενος γκρεμός.

Ήμουν είκοσι χρονών την πρώτη φορά που την είδα. Είκοσι τρεις Ιουνίου, ημέρα Δευτέρα, ώρα δέκα και σαράντα το πρωί. Ένα καλοκαιρινό πρωινό μιας εποχής που τα πρωινά ήταν ακόμα ανέμελα. Που μπορούσα να αποφασίζω αν θέλω να ξυπνήσω νωρίς ή αργά. Αν θέλω να χουζουρέψω στο κρεβάτι ή να βγω βόλτα στη λιακάδα. Το ραντεβού με την παρέα ήταν για τις δέκα και μισή. Καθυστέρησα επίτηδες, μην φτάσω πρώτος μα δεν τα κατάφερα. Πως τα φέρνει καμιά φορά η ζωή. Μια καφετέρια γεμάτη από κόσμο. Δεκάδες τραπεζάκια κατακλεισμένα από ανθρώπους που είχαν την τύχη να πίνουν καφέ ένα Δευτεριάτικο ηλιόλουστο πρωινό. Όλα γεμάτα εκτός από ένα. Ένα άδειο τραπεζάκι ανάμεσα σε μια θάλασσα από ανθρώπους και πολύχρωμα καλαμάκια. Ένα άδειο τραπεζάκι και εκείνη μόνη στο διπλανό. Την παρατηρούσα αποσβολωμένος καθώς προχωρούσα προς το μέρος της. Τα μαύρα σγουρά μαλλιά τράβηξαν πρώτα το βλέμμα μου. Πέφτανε μακριά και ατίθασα ολόγυρα στο πρόσωπο της. Ανάμεσα στο μαύρο, ξεχώριζε το κόκκινο στα μάγουλα της. Τα μάτια της παιχνιδιάρικα και φωτεινά, πέρασαν φευγαλέα από πάνω μου καθώς κοιτούσα το μικρό λακκάκι στο πηγούνι της.

Καθόμασταν δίπλα. Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Ίσως κάποιος την είχε στήσει, ίσως να ήταν απλώς μόνη. Δεν με ένοιαζε. Το μόνο που ήθελα ήταν να βρω κάποια πρόφαση να γυρίσω το βλέμμα μου στο πλάι και να την ξανακοιτάξω. Η αναζήτηση του σερβιτόρου ήταν μια καλή ευκαιρία που δεν έχασα. Όχι, δεν περίμενε κανένα. Φαινόταν από την χαλαρότητα του προσώπου της. Κοιτούσαμε και οι δυο προς την μεριά του δρόμου. Κόσμος περνούσε πάνω κάτω το πλακόστρωτο. Μια μεγαλοκυρία κατηφόριζε φορτωμένη με πολύχρωμε τσάντες. Περπατούσε αργά και αρχοντικά πάνω στα ψηλά της τακούνια. Το βλέμμα της ήταν καρφωμένο μπροστά και το πρόσωπο της είχε μια-κάντε πέρα τιποτένιοι αστοί- έκφραση. Η υπεροψία είναι πάντα πολύ εύθραυστη , αρκεί λίγο λιωμένο παγωτό πάνω στα πλακάκια να την κάνει θρύψαλα. Κάποιο παιδάκι ίσως έκλαψε πολύ για εκείνη την μπάλα φιστίκι. Αν ήξερε όμως τις αλυσιδωτές αντιδράσεις που προκάλεσε και το αποτέλεσμα τους, θα καταλάβαινε πως ήταν μια θυσία που έπιασε τόπο. Η απορία και η έκπληξη ζωγραφίστηκαν στην φάτσα της καθώς γλίστρησε και έπεσε ατσούμπαλα. Προσπάθησα να κρατήσω τα γέλια που έφτασαν μέχρι τα χείλη μου. Εκείνη δεν μπόρεσε, το γέλιο της αφού πρώτα κοκκίνισε κι άλλο τα μάγουλα της μεταδόθηκε στα γύρω τραπεζάκια. Η μεγαλοκυρία προσπαθούσε νευρικά να μαζέψει από το πάτωμα τις τσάντες και την αξιοπρέπεια της .
Τα βλέμματα μας συναντήθηκαν συνωμοτικά. Πέρασαν μερικές στιγμές σιωπής. Έπρεπε να φανώ αποφασιστικός. Η ατάκα που διάλεξα για να ανοίξω συζήτηση μου φάνηκε τότε πολύ έξυπνη. Όσο περνάνε τα χρόνια τόσο την πιο ηλίθια την βρίσκω. Ίσως την βρήκε και εκείνη ηλίθια, όμως δεν μου το είπε ποτέ.
«Έκανες ευχή;»
«Τι ευχή;» ρώτησε ξαφνιασμένη. Η φωνή της ήταν γλυκιά, ταιριαστή με το παρουσιαστικό της.
«Ξέρεις έχω σταματήσει να κάνω ευχές όταν πέφτουν άστρα. Τις κάνω όταν πέφτουν άνθρωποι.»
« και γιατί παρακαλώ;»
«Γιατί συμβαίνει συχνότερα.»

Τώρα ξέρω πως η μόνη χρησιμότητα των ευχών είναι η παραδοχή των θέλω μας. Όνειρα που κρατάμε καλά κλειδωμένα στο κεφάλι μας και αποφασίζουμε να τα φωνάξουμε δυνατά στον εαυτό μας. «Θέλω». Εκείνη τη πρώτη νύχτα μας το μόνο που ήθελα ήταν να την σφίξω πάνω μου. Είχαμε καταλήξει καθισμένοι στην αμμουδιά με ένα μπουκάλι κρασί και δυο πλαστικά ποτήρια. Γελούσαμε , ο πάγος είχε σπάσει σαν την καρδιά μου όποτε με κοιτούσε στα μάτια. Ήταν όπως όλες οι πρώτες συζητήσεις κάθε ζευγαριού. Τότε που η προσωπικότητα που έχεις πλάσει με την φαντασία σου αρχίζει να αντικαθίσταται από αυτήν που σου αποκαλύπτεται, την πραγματική. Μάθαινα πως το γλυκό χαμόγελο έκρυβε εξυπνάδα και δυναμισμό, τα παιχνιδιάρικα μάτια τσαμπουκά και ζωντάνια, τα κόκκινα μάγουλα πάθος για ζωή.
«Θες άλλο κρασί;» Την ρώτησα αν και αυτό που εννοούσα ήταν αν ήθελε να την πάρω αγκαλιά και να κάνουμε έρωτα μέχρι το πρωί.
«Θέλω» είπε και τέντωσε το χέρι της με παιχνιδιάρικο ύφος μιμούμενη εκείνη την πέφτουσα μεγαλοκύρια.
«Γέμισε μου το ποτήρι ταπεινέ οινοχόε»
Ξεχείλισα επίτηδες το ποτήρι μέχρι που το λευκό κρασί χύθηκε στα χέρια της. Δεν έχασε χρόνο. Πριν προλάβω να αντιδράσω το έριξε όλο πάνω στο κεφάλι μου και άρχισε να τρέχει. Σηκώθηκα και την κυνήγησα. Την έπιασα από την μέση και την έριξα στην αμμουδιά. Το κρασί είχε ήδη τρέξει μέχρι τα χείλη μου την στιγμή που ενώθηκαν με τα δικά της. Εκείνο το μεθύσι δεν ήταν διαφορετικό από τα άλλα. Γκρέμισε τις άμυνες μου και έφερε μαζί του ένα γλυκό αίσθημα ευφορίας. Μια ευφορία που δεν χάθηκε το επόμενο πρωί αλλά έμεινε εκεί, εναλλασσόμενη διαρκώς με νεύρα, ενθουσιασμό, ζήλια, γέλιο, τρέλα, χαρά, δάκρυα και ευτυχία.

Όσο και αν προσπαθώ δεν μπορώ να θυμηθώ. Όμως είμαι σίγουρος. Εκείνο το κουνέλι είχε όνομα. Ακολουθούσα τον παππού όποτε πήγαινε να το ταΐσει. Εκείνο είχε μάθει και καταλάβαινε πότε του έφερναν φαγητό. Δεν κούρνιαζε στις γωνίες. Πλησίαζε στο πορτάκι ξεθαρρεμένο. Το κοιτούσα όσο έτρωγε. Ήταν το κουνέλι μου. Περνούσα συνεχώς από το στάβλο να το χαζέψω και να του μιλήσω. Αυτό γυρνούσε το κεφάλι του δεξιά αριστερά και έκανε μικρά βηματάκια.

Εκείνες τις πρώτες μέρες ζούσαμε και οι δυο κάτι πρωτόγνωρο. Είχαμε πέσει σε μια δίνη που μας στροβίλιζε και μας βύθιζε. Δεν ξέραμε αν θα μας έπνιγε. Απλώς απολαμβάναμε την περιστροφή σαν πιτσιρίκια στο λούνα πάρκ. Οι προτεραιότητες άλλαξαν. Ένα βλέμμα, ένα άγγιγμα , μια λάθος κουβέντα έφταναν να αλλάξουν την διάθεση μου. Οι εκρηκτικοί καυγάδες τέλειωναν με παθιασμένο έρωτα που με έκανε να νιώθω πως όλη μου η ζωή , όλες μου επιλογές, έγιναν για να με οδηγήσουν εκεί ακριβώς. Σε εκείνες τις στιγμές της ζάλης.

Τα χρόνια πέρασαν και είχαμε γίνει σαν δυο πέτρες. Δυο πέτρες σκληρές και τραχιές που κάποιος τις έριξε δίπλα δίπλα στην θάλασσα. Και τα χρόνια περνούσαν σαν το κύμα και λείαιναν αργά την επιφάνεια μας. Και όπως τριβόμασταν μεταξύ μας τα αιχμηρά κομμάτια σπάζανε και πονούσαν. Μα γινόμασταν σιγά σίγα δυο στρογγυλά βότσαλα που το κύμα τα μετακινούσε μπρος πίσω και αυτά τραγουδούσαν τον κροταλιστό σκοπό τους. Πιάσαμε ένα μικρό διαμέρισμα στην πόλη. Τα βράδια φορούσε τα κουνελένια παντοφλάκια της και με φιλούσε στο λαιμό όταν γύριζα κουρασμένος. Ο έρωτας από θυμωμένος και έντονος έγινε γλυκός και ήρεμος. Μιλούσαμε και σχεδιάζαμε το μέλλον μας κοινό. Ονειρευόμασταν ταξίδια, εκδρομές και ένα σπίτι με ένα μικρό κήπο στην αυλή.

Εκείνο το πρωινό ήξερα πως είχε κάτι διαφορετικό. Δεν μπορούσα όμως να το προσδιορίσω. Ο παππούς δεν με φώναξε να ταΐσουμε το κουνέλι. Τον συνάντησα τυχαία στο δρόμο προς το στάβλο. Δεν θυμάμαι το όνομα του, μα θυμάμαι πως και αυτό είχε το ίδιο προαίσθημα με μένα. Έμεινε κουρνιασμένο στην γωνία με τα αυτιά κατεβασμένα. Τα άλλα παιδιά με είχαν προειδοποιήσει. Αυτά δεν ζούσαν στον χωριό λίγες μέρες διακοπών όπως εγώ. Αυτά ήξεραν και μου εξηγούσαν αλλά δεν τα πίστευα. Πως είναι δυνατόν να σφάξεις και να φας τον καλύτερο σου φίλο; «Θα τον σφάξετε;» ρώτησα τον παππού κλαίγοντας. Εκείνος με πήρε αγκαλιά και με έβγαλε από τον στάβλο. Μου εξήγησε ότι είχα πια μεγαλώσει και έπρεπε να καταλάβω κάποια πράγματα. Δεν ήθελα να ακούσω τίποτα. Πέρασα όλο το πρωί μόνος στο δωμάτιο μου.

Τα πρωινά είχαν πάψει να είναι ανέμελα. Ήταν σκληρά και αγχωμένα. Άκαμπτα και ακριβή όπως ο ήχος από το ξυπνητήρι. Οι δουλειές ήταν αδυσώπητες. Δεν χωρούσαν συναισθηματισμούς. Ένα κι ένα δεν έπαψαν ποτέ να κάνουν δύο. Πρωινό με πρωινό οι αριθμοί άρχισαν να παίρνουν την θέση των τραγουδιών. Και οι αριθμοί ήταν πολλοί. Έσοδα , έξοδα, δόσεις ,ενοίκια, ωράρια, ραντεβού, προγράμματα. Η ρουτίνα και η δουλειά μετέτρεπαν τους χαρακτήρες σε ψυχρούς υπολογιστές. Μηχανές που μαθαίνουν να ζυγίζουν υπέρ και κατά επιλέγοντας την πιο συμφέρουσα προσφορά. Τα βράδια περνούσαν σιωπηλά μπροστά στην τηλεόραση ή σε κοινωνικές υποχρεώσεις με σφιχτοδεμένες γραβάτες.

Το μεσημέρι κατέβηκα στην κουζίνα. Η μυρωδιά από το μαγειρεμένο κρεμμύδι μου έσπαγε τη μύτη. Όλο το πρωινό σκεφτόμουν. Ήμουν μεγάλος πια. Είχα αρχίσει να καταλαβαίνω πως λειτουργεί ο κόσμος. Χρόνια τώρα τα κουνέλια σφάζονταν για να τρώνε οι άνθρωποι. Τα κουνέλια, τα πρόβατα, οι αγελάδες. Ο κόσμος ήταν χωρισμένος σε αυτούς που τρώνε και αυτούς που τρώγονται. Ήμουν αρκετά μεγάλος για να καταλάβω πως έπρεπε να πάρω θέση σε ένα από τα δύο στρατόπεδα. Ποτέ δεν φαντάστηκα πως θα ένιωθε ένα κουνέλι την ώρα που το σφάζουν. Επέλεξα να μην το φανταστώ. Με την πρώτη μπουκιά από το στιφάδο, που είχε με τέχνη μαγειρέψει η γιαγιά, ξέχασα για πάντα τι όνομα είχα δώσει σε εκείνο το κουνέλι.

Είχα καρφώσει το βλέμμα στα κουνελένια παντοφλάκια της. Άκουσα τα βήματα της στην σκάλα και το κλειδί στην πόρτα. Είχα πάρει τις αποφάσεις μου. Οι βαλίτσες ήταν μαζεμένες στη γωνία. Η ντουλάπα και το ράφι με τα ξυριστικά έχασκαν άδεια και θλιβερά. Ένιωθα φυλακισμένος. Ένιωθα πως χρωστούσα στον εαυτό μου. Ένιωθα πως έπρεπε να δραπετεύσω. Ήθελα να ζήσω λίγο εφήμερα, μου έλειπαν τα αιχμηρά κομμάτια μου. Ήθελα να αναζητήσω δρόμους πιο εύκολους. Ήθελα να κουβαλάω μόνο τον εαυτό μου και να ζω γι αυτόν. Τα χρόνια περνούσαν κι εγώ είχα γίνει ένα λείο βότσαλο. Δεν ήθελα , δεν μου άρεσε. Έπρεπε να σπάσω τα δεσμά και να βρω τον δρόμο. Έτσι λειτουργεί ο κόσμος. Ζυγίζεις υπέρ και κατά και επιλέγεις την πιο συμφέρουσα προσφορά. Της εξήγησα με λόγια παρήγορα μα ψεύτικα. Καθόταν στον καναπέ προσπαθώντας να κρατήσει τα δάκρυα της. Πάντα ήταν περήφανη. Τα μάγουλα της είχαν κοκκινίσει. Φορτώθηκα τις βαλίτσες και έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Μπήκα στο αυτοκίνητο και ξεκίνησα να οδηγάω. Ανέπνεα βαριά. Ο αέρας δεν είχε την αίσθηση της ελευθερίας. Ίσως ήταν νωρίς ακόμα. Το κόκκινο φανάρι μου θύμισε τα μάγουλα της. Οι πεζοί άρχισαν να περνάνε απέναντι. Ένας πιτσιρικάς με ακουστικά στα αυτιά περπατούσε με τα χέρια στις τσέπες. Πάτησε το κορδόνι του και έπεσε με τα χέρια απλωμένα στην άσφαλτο. Προσπάθησα να σκεφτώ μια ευχή.

Ξέρω πως θες να σου μιλάω για όσα δεν ακούς καθημερινά. Μα σήμερα έπρεπε να σου μιλήσω για εκείνη. Έπρεπε να σου μιλήσω για ένα κουνέλι και εκείνο το βράδυ. Εκείνο το βράδυ που έφυγα μακριά της μόνο όσο διαρκεί ο γύρος ενός τετραγώνου. Εκείνο το βράδυ που γύρισα στο σπίτι και κλάψαμε αγκαλιά. Εκείνο το βράδυ που δεν έβρισκα ευχή να μην την περιέχει. Σήμερα εσύ γίνεσαι δεκαοχτώ. Είσαι αρκετά μεγάλη για να μάθεις πως λειτουργεί ο κόσμος. Δεν την θυμάσαι μα έχεις πάρει τα μάγουλα και τα μαλλιά της. Σαν σήμερα πριν δεκαοχτώ χρόνια κοιτούσαμε πιασμένοι χέρι χέρι το εγγόνι μας. «Αν δε ζω» είπε, λες και το ήξερε, «θέλω όταν γίνει δεκαοχτώ να της δόσεις τα κουνελένια παντοφλάκια μου». Είναι σε εκείνο το κουτί δίπλα στη φωτογραφία της. Πάρ’τα, είναι δικά σου τώρα.

http://lexluthor06.blogspot.com/

H άποψη του Πετεφρή:
H ομορφιά του ρακόρ.
Λιγότερες από 2200 λέξεις, δεκαπέντε παράγραφοι, πλεγμένες σε τρία θέματα: το θέμα του παρόντος χρόνου(2 παράγραφο, πρώτη και τελευταία) το θέμα του κουνελιού στα εφτά χρόνια του συγγραφέα (4) το θέμα της κυρίως ιστορίας, το διαχρονικό, οι υπόλοιπες. Κατασκευασμένο πάνω σε μιά σκαλωσιά στιχηρού κειμένου, που όμως δεν αποκαλύπτει ευκολα την προέλευσή του. Μονταρισμένο σαν ταινία μικρού μήκους, με τις ίδιες ανάσες.
Η κινηματογραφική διήγηση, είναι γνωστό ότι χρωστάει πολλά στην πολυεπίπεδη και αναλυτική δομή του μυθιστορήματος του 19 ου αιώνα.Πήρε έναν αιώνα στο σινεμά να αρχίσει να επιστρέφει τα δάνεια. Υπάρχουν πολλά λογοτεχνικά έργα που παραπέμπουν σε σινεμά, ακόμη και πρίν την εφεύρεσή του (παράδειγμα: ο παπαΝάρκισσος του Βικέλα) και πολλά περισσότερα κινηματογραφικά που προαπαιτούν λογοτεχνική αγωγή του θεατή. Στην περίπτωση του Lex, δεν έχουμε καταπάτηση αυτής της σχέσης. Ευτυχώς, οι εικόνες που παράγονται, χρειάζονται «μετάφραση» γιά να κατανοηθούν, επομένως δεν έχουμε (ευτυχώς) το draft ενός σεναρίου. Ωστόσο, παρατηρώ με ευαρέσκεια την εφαρμογή μιάς δύσκολης και υποεκτιμημένης τεχνικής: του ρακόρ.
Ρακόρ είναι ο εικαστικός ή γνωστικός μηχανισμός που παράγει συνειρμούς ομοιόθετους, που καταλήγουν από διαφορετικές πλευρές στους ίδιους εγκεφαλικούς νευρώνες γιά επεξεργασία. Είναι στην ουσία η μόνη απτή προσφορά του Τζόις, του Προύστ, και έπειτα του νουβό ρομάν στην υπόθεση της τρέχουσας, αδοκίμαστης λογοτεχνίας. Τα κουνελόσχημα παντοφλάκια έχουν έτσι αιτιώδη σχέση με το κουνελάκι που έφαγαν σε ένα χωριό και μιά κυρία που γλυστράει σε ένα πεταμένο παγωτό, την ίδια σχέση με ένα πιτσιρίκο που γλυστράει στα φανάρια την ώρα που ο ήρωας «δραπετεύει» έστω και γιά τον γύρο του τετραγώνου.
Ατολμία, η προϋπόθεση του άδολου επαίνου
Το κείμενο του Lex απέχει από έναν έμφυτο μπεκετισμό που τον βασανίζει προφανώς, κατά μερικές προτάσεις. Αν ο συγγραφέας έβγαζε όλα τα επεξηγηματικά θυμοσοφικά από την διήγησή του, με αποφασιστικό και καταστατικό τρόπο (εννοώ εκφράσεις όπως: είχα αρχίσει να καταλαβαίνω πως λειτουργεί ο κόσμος, ζυγίζεις υπερ και κατά,ο κόσμος χωρισμένος σε αυτούς που τρών κλπ) θα είχε θέσει τα θεμέλια γιά ένα απρόσμενα φωτεινό και προχωρημένο κείμενο. Αλλά είναι άτολμος, επειδή είναι σεβαστικός στα στερεότυπα. Ομολογώ ότι δεν είναι και εύκολο να φωτίσεις φθαρμένα κουνελένια παντοφλάκια αδαπάνως.Αλλά βρίσκω την φθορά πολύ μικρή, γι΄αυτό και ο έπαινός μου είναι μέτριος ,αλλα άδολος.
Βρίσκω ότι ο Lex γράφει υπό υπνωτική έκλάμψη, αυτό που λέγαμε παλιά «έμπνευση» και όταν το κάνει, ακόμη και η ανορθογραφία «κατακλεισμένα» φαντάζει ευφυές εύρημα. Το πρόβλημά του (εύχομαι να λαθεύω) είναι ότι επανέρχεται στον τόπο του εγκλήματος. Σέβεται υπερβολικά αυτό που γράφει , το αρτύει, το πληθαίνει, δεν παραδίδεται στο έλλειμμα και στην έλλειψη, φοβάται το κενό και το καλύπτει με ό,τι έχει. Είναι όμως πολύ καλή η σχεδίαση της διαχρονικότητας, ο έμμεσος τρόπος που αλλάζει ελαφρά την έκφρασή του αναδιφώντας ζητήματα που απασχολούν έναν επτάχρονο, έναν εικοσάχρονο, έναν πάππο. Είναι επίσης πολύ επιτυχημένος ο τρόπος που «δένεται» η αντίληψη των άλλων γι΄αυτές τις ηλικίες. Με ελάχιστες πινελιές, τα παπούδια του, η στάση «εκείνης» η σιωπηλή εγγόνα, καθορίζουν όχι μόνον την αναγνωστική αλλά και την συγγραφική συμπεριφορά. Θα ήθελα απλώς ο Lex να αγαπήσει περισσότερο την ανάγνωση από την γραφή.
Τι γίνεται τώρα;
Πολλά. Κόψε το στη μέση. Ασκήσου σε ακόμη πιό περίτεχνα ρακόρ. Μιά χαρά τα πάς. Ξέχνα τις γραμμικές αφηγήσεις που είναι αξιακώς κοινές σε τεράστιες πληθυσμιακές ομάδες του δυτικού κόσμου.Από την πρώτη πρόταση της γνωριμίας σου με εκείνην το πιάκαμε το υπονοούμενο ότι θα αποπειραθείς ματαίως να χωρίσεις. Και κάτι άλλο. Μη βγάζεις τον ήρωα από την ενοχή.Αυτός κατάλαβε λάθος το κουνέλι και τις παντόφλες. Και ο θάνατος εκείνης, είναι καπως χλομός με αντίστιξη μόνον σε μαύρα μαλλιά και κόκκινα μάγουλα.Σύμφωνοι, οι «άλλοι» θέλουν από τον ήρωα μαγεμένους αυλούς και χαμένους θησαυρούς.Ε,και; Εσύ είσαι ο προσωρινός παντοκράτορας του κειμένου σου. Μη αυτονομείς τους ήρωες στον αυτόματο πιλότο. Μεγάλα κομμάτια του ένσαρκου βίου απουσιάζουν βροντερά. Η ζήλεια. Το σεξ. Οι λεπτομέρειες. Μερικές φορές το κείμενο «κολλάει». Αλλά είναι ελπιδοφόρο. Χρειάζεται μιά ιερή τρέλα γιά να στρώσει.



Η άποψη του Μίχου
Στην πλησία ανάγνωση του κειμένου είμαι κι εγώ μαθητής του Πετεφρή. Το κείμενο με προβλημάτισε με την εξής έννοια: Ποιό είναι το ζητούμενο; Να γράψουμε στο ύφος και το ύψος των ευπώλητων του περιγύρου; Από αυτή την άποψη το κείμενο στέκεται πολύ καλά και υπερβαίνει το μέσο όρο των γραφομένων ευπωλήτων. Κατά την άποψή μου υπάρχει μια ηθελημένη σύγχυση, ένας συμφυρμός που ανακατεύει λογοτεχνικά ζητούμενα με απαιτήσεις ευπεψίας της αγοράς. Και πιστευω ότι αυτή η αντίφαση συνοδεύει όποιον επιχειρεί στην πεζογραφία. Υπάρχει ένα είδος διπλής απαίτησης. Θα προτείνω κι εγώ να συνεχίσει απτόητος τους πειραματισμούς του στην αφηγηματική τεχνική, να προσέχει περισσότερο τις αυτοαναφορές του αφηγητή, να μην καταρρέουν σε κοινοτοπίες, αλλά και να μην υποκύπτει στη γοητεία των ευρημάτων του. Θεωρώ αρετή του κειμένου ότι δεν μας προσβάλλει ως αναγνώστες.

18 σχόλια:

Natalia είπε...

ΆΦωνη....

Lex_Luthor06 είπε...

ωχ

τι ώρα αρχίζει το μαστίγωμα;

Lex_Luthor06 είπε...

Προς Πετεφρή:
Αφού σας ευχαριστήσω για τον χρόνο που αφιερώσατε να ασχοληθείτε, θέλω να επισημάνω κάποια πράγματα για τις 642 πολύτιμες λέξεις σας.

Περίμενα βέβαια ότι θα ήταν εύστοχες οι επισημάνσεις σας, αλλά όχι τόσο πολύ. Ήταν σαν κάτι μαστόρους που ακούγοντας μόνο τον ήχο της προβληματικής μηχανής σου λένε από μόνοι τους τα συμπτώματα.

Συγκεκριμένα:

1.επεξηγηματικά θυμοσοφικά
2.σεβαστικός στα στερεότυπα
3. φόβος έλλειψης και κενού
4. οι άλλοι θέλουν μαγεμένους αυλούς….

Όλα τα παραπάνω νομίζω πως έχουν την ίδια βάση. Πάντα με ενδιέφερε περισσότερο από το φυσιολογικό η γνώμη των άλλων. Δεν θα μπορούσε να απουσιάζει και από τα γραπτά μου αυτό το πρόβλημα. Με ενδιαφέρει πολύ να αρέσουν και φυσικά να είναι κατανοητά. Έτσι τα φορτώνω με ,προφανώς περιττές, επεξηγήσεις και διάφορα κολπάκια εντυπωσιασμού. Το χειρότερο είναι ότι το συγκεκριμένο κείμενο πάσχει λιγότερο από όλα τα υπόλοιπα σε αυτόν τον τομέα.


5. αγάπη ανάγνωσης περισσότερο από γραφή.

Δεν ξέρω αν την αγαπώ την γραφή. Δεν είναι και μακροχρόνια η σχέση μου μαζί της,
(πριν 5-6 μήνες έγραψα την πρώτη μου ιστορία.) Δεν έχω καταλήξει ακόμα αν γράφω επειδή το αγαπώ ή επειδή έτυχε απλά να αρέσει το αποτέλεσμα σε ένα δύο ανθρώπους (η γνώμη των άλλων πάλι δηλαδή).

6. Ανορθογραφία.

Δυστυχώς. Ζηλεύω όσους χειρίζονται με τέχνη τα Ελληνικά. Είναι ένα εργαλείο που δεν κατέχω (ας πρόσεχα).


7. Μεγάλα κομμάτια ένσαρκου βίου που απουσιάζουν.

Σε άλλες ιστορίες κυριαρχούν. Αλλά από αυτές απουσιάζει το συναίσθημα. Που θα πάει, θα τα παντρέψω.

Helix Nebulae είπε...

Ομολογώ ότι δεν διαθέτω το εκτόπισμα του Πετεφρή στο να μπορώ να κρίνω και να αναλύω λογοτεχνικά κείμενα, ωστόσο θα συμφωνήσω μαζί του στις περισσότερες παρατηρήσεις.

Ίσως ο Πετεφρής είναι περισσότερο αυστηρός απ' όσο πρέπει, ιδίως όταν πρόκειται για έναν συγγραφέα όχι απλώς νέο και άπειρο, αλλά ακόμα στη θερμοκοιτίδα (με μόλις 5-6 μήνες συγγραφικής δραστηριότητας). Με γνώμωνα το παραπάνω, πιστεύω ότι αυτό που δημοσιεύει σήμερα ο Luthor είναι όχι απλά συμπαθές ή υποσχόμενο, αλλά ένα εξαιρετικό δείγμα αληθινού ταλέντου. Τα ορθογραφικά, συντακτικά και έτερα καλολογικά ζητήματα είναι δευτερεύουσας σημασίας, και θα εξομαλυνθούν με την πάροδο του χρόνου όπως τα βότσαλα του διηγήματος. Το σημαντικό και σπάνιο (ακόμα και σε έμπειρους συγγραφείς με αναγνωρισμένο έργο) είναι ότι το κείμενο αυτό διαθέτει τη δική του προσωπική πνοή, μια ευαίσθητη ψυχή που δεν αρκείται στο αναμάσημα της όποιας "βιβλιοφαγικής" επίδρασης, αλλά τολμάει και στέκεται όρθια και με το κεφάλι ψηλά.

Μπράβο Luthor, ο σούπερμαν μόλις ψόφησε από τον κρυπτονίτη σου.

dianathenes είπε...

Δεν ξέρω αν είναι κάτι που δεν κατάλαβα αλλά αν δεν κάνω λάθος, έχουμε έναν παππού που αναφέρεται στον παππού του που του χάρισε το κουνέλι και την γυναίκα - γιαγιά που έχει πια πεθάνει. Αν πράγματι είναι αυτό το χρονικό πλαίσιο της αφήγησης τότε υπάρχει λάθος στο κείμενο όσον αφορά τις πολιτιστικές συνθήκες.

Διότι αν ο αφηγητής- παππούς διηγείται σήμερα στην εγγόνα του που είναι 18 χρονών, τότε οι αναμνήσεις του δεν ταιριάζουν με την εποχή που αναφέρονται. Το ίδιο ισχύει και με τα χαρακτηριστικά που αποδίδει ο ίδιος στον παππού του – μιλάμε για έξι γενιές πίσω. Συγκεκριμένα ένας πάππος 6 γενιές πίσω δεν θα χάριζε ποτέ ένα κουνελάκι στον εγγονό του, δεν υπήρχαν τέτοια «χαϊδολογήματα» από τους τότε αγρότες παππούδες προς τα εγγόνια τους σημερινούς παππούδες- ούτε καν η έννοια των διακοπών στο «χωριό» δεν υπήρχε.... Είναι συμπεριφορά μάλλον ενός σύγχρονου παππού και μάλιστα ευαισθητοποιημένου. Κατά την ίδια λογική, ο παππούς αφηγητής που πρέπει να είναι τλχ 70-80 ετών για να έχει 18η εγγονή, εμφανίζεται στο κείμενο να παρακολουθεί-ως νέος-τηλεόραση, να οδηγεί αυτοκίνητο και να πέφτει πάνω σε έναν πιτσιρικά με ακουστικά. Μα όλα αυτά είναι σημερινά! Επίσης οι σκηνές που αναφέρονται στον τρελό έρωτα δεν ταιριάζουν με τα ήθη της εποχής εκείνης όσον αγορά την ...γιαγιά.
(ενικός αριθμός με τον οποίο της απευθύνεται την πρώτη φορά, ευκολία με την οποία καταλήγουν στην αμμουδιά , οινοποσία με έναν σχεδόν άγνωστο, πλαστικό ποτήρι, η λέξη «τσαμπουκάς», το λούσιμο με το κρασί, ανδρικές άμυνες (!) )
Και τέλος, ο προβληματισμός του τότε νεαρού άνδρα, νυν παππού, σχετικά με την ελευθερία του, ο χωρισμός του κόσμου σε 2 στρατόπεδα και λοιπά στοιχεία της τάσης του προς ανεξαρτησία, είναι όλα χαρακτηριστικά ενός προβληματισμού που ταιριάζει στην σημερινή εποχή.

Αν υπάρχει κάποια διαχρονική πλευρά στο κείμενο, παρόλο που το διάβασα πολλές φορές, να με συγχωρείτε αλλά δεν μπορώ να την διακρίνω. Η αφήγηση είναι τόσο καθαρά τοποθετημένη στο «σήμερα» που είναι αδύνατο να αποτελεί σκέψεις για το μέλλον. Είναι κάτι που ΔΕΝ βλέπω;

Lex_Luthor06 είπε...

@dianathenes

Η αφήγηση που αφορά φλερτ-γνωριμία- χωρισμό κτλ είναι τοποθετημένη στο παρόν.

Η ιστορία με τον παππού και το κουνέλι , περίπου 15 χρόνια πίσω.

Οι δυο παράγραφοι (με τά italics) που είναι γραμμένες στο 2ο πρόσωπο ανήκουν στο μέλλον.
Δηλαδή για να στο δώσω να καταλάβεις , σαν γραφτηκε η ιστορία το 2060.

Τελικά μήπως η επεξηγηματικότητα είναι αναγκαίο κακό; (λέω)

ΠΕΤΕΦΡΗΣ είπε...

helix nebulae, ασφαλώς είναι απόλυτο δικαίωμά σας να "γονεοφέρνετε" αναλαμβάνοντας την παιδαγωγικού τύπου ενθάρρυνση (κατά τη γνώμη σας) μιάς νεανικής προσπάθειας. Δεν σας κρύβω ότι αισθάνθηκα μεγάλο πειρασμό να βάλω στο κρεβάτι του βιβλιοφαγικού, αντιπαθούς Προκρούστη το σχόλιό σας, αλλά έμαθα σε σέβομαι τους παιδαγωγούς.Ένα θα σας πώ: ο Lex δεν κινδυνεύει από μένα.Και ένα κείμενο ,άν διαβάζεται με βάση την αύρα του "ταλέντου", πάει κατευθείαν γιά δημόσια πτώχευση, ή το λιγότερο, ο συγγραφέας του πάει γιά την κατάκτηση της θέσης του "πολλά υποσχόμενου" ακόμη και μετά τα εξήντα του....

Helix Nebulae είπε...

@Πετεφρής
Ευχαριστώ για το "παιδαγωγός", μου αρέσει αν και μυρίζει συνώνυμο του "πατρονάρισμα". Δεν υπερασπίζομαι τον Lex (τον οποίο δε γνωρίζω άλλωστε), ούτε θεωρώ ότι κινδυνεύει κανείς από τα σχόλια σου, τα οποία σε γενικές γραμμές δεν τα βρήκα καθόλου αντιπαθή. Μάλιστα συμφώνησα κιόλας.

Τώρα, το αν κάποιος επίδοξος συγγραφέας καταφέρει να ωριμάσει ή καβαλήσει το καλάμι και μείνει στις υποσχέσεις νομίζω ότι είναι πολύ σχετικό κι έχει να κάνει με τον χαρακτήρα, τα επαγγελματικά και τα προσωπικά του καθενός. Σίγουρα και με την κριτική που δέχεται.

Πάντως με εντυπωσίασε ειλικρινά η προσπάθεια του Lex, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θέτω προσδοκίες ή παριστάνω τον παιδαγωγό του. Δεν έχω τα προσόντα για κάτι τέτοιο άλλωστε.

dianathenes είπε...

@Δηλαδή για να στο δώσω να καταλάβεις , σαν γραφτηκε η ιστορία το 2060.

δυστυχώς δεν με έπεισε το κείμενο γι αυτό. Αλλά αφού το δηλώνετε εκ των υστέρων τι να κάμω, το δέχομαι.

ΠΕΤΕΦΡΗΣ είπε...

@Διαναθηνίς, τα στοιχεία που παραθέτει ο Lex φτάνουν και περισσεύουν γιά την γενεαλογία που υποστηρίζει.

dianathenes είπε...

Επειδή έχω τελείως κομπλάρει που δεν καταλαβαίνω τα σχετικά με τον χρόνο του κειμένου, σας παρακαλώ ας μου εξηγήσετε λίγο εκτενέστερα. Είμαστε εδώ για να μάθουμε κάτι παραπάνω όχι μόνο οι κρινόμενοι αλλά και οι αναγνώστες-σχολιαστές.

ΠΕΤΕΦΡΗΣ είπε...

Απλό. Επτά χρονών, έχει την εμπειρία του κουνελιού. Στα είκοσι, γνωρίζει "εκείνην". Πρίν 18 χρόνια, από την τελευταία ώρα της αφήγησης, αποκτά εγγονή και "εκείνη" ζεί. Αν μεσολαβήσουν και 20, ή 26 χρόνια όπου μεγαλώνει το παιδί τους, αυτό που τους χαρίζει την εγγονή,είμαστε κοντά στο 2060.Η εγγονή γεννιέται το 2042, το παιδί τους, περί το 2010-15.Εχουν προβλήματα, πάει κι έρχεται αυτός ένα τετράγωνο, δεν απέκτησαν αμέσως παιδί, άρα ήταν 20 χρονών κατά το 2005-2006. Ηρωας γεννημένος στα μέσα της δεκαετίας του 80, η εμπειρία του κουνελιού όταν έχανε τις εκλογές ο Μητσοτάκης.Η και κάπως αργότερα.
Δένει.

Lex_Luthor06 είπε...

Νιώθω ότι διυλίζουμε τον κώνωπα αλλά δεν πειράζει.
Οι ημερομηνίες δεν επιλέκτικαν με την μέθοδο «άρτσι μπούρτσι».
Πάνω κάτω είναι όπως τα έγραψε ο Πετερφρής.

Για την ακρίβεια:

Η σφαγή του κουνελιού βασίστηκε σε αληθινό περιστατικό που συνέβη το 1984.
Όλα τα άλλα είναι φανταστικά αλλά προσεκτικά τοποθετημένα.

Ο ήρωας λοιπόν:

7 χρονών είναι το 1984.
20 χρονών το 1997 (η μέρα της γνωριμίας.)
30 χρονών το 2007, την εποχή του χωρισμού δηλαδή (παρόν όπως ειπώθηκε) και με 10 χρόνια σχέση στην πλάτη.
Κάπου στα 32 παντρεύεται και στα 33 (το 2010) γεννιέται το παιδί του.
Το 2042 ο ήρωας είναι 65 χρονών και το παιδί του 32. (τότε γεννιέται το εγγόνι).
Το 2060 το εγγόνι είναι 18 και ο ήρωας 83,

Την απόδειξη ότι ισχύουν τα παραπάνω θα την βρείτε αν παίξετε λίγο με το ημερολόγιο του υπολογιστή σας. Τσεκάρετε την μοναδική ημερομηνία μου αναφέρεται στο κείμενο.

«Είκοσι τρεις Ιουνίου, ημέρα Δευτέρα, ώρα δέκα και σαράντα το πρωί»

Το 1997 ήταν όντως Δευτέρα (και δεν είναι τυχαίο).

Τελικά το γυρίσαμε στα μαθηματικά.

Οι δύο παράγραφοι με τα italics είναι σκόπιμα χωρίς πολλές λεπτομέρειες. Είναι το μέλλον όπως το φαντάζεται ένας σημερινός τριαντάρης. Θολό και ακαθόριστο, με τα ενδεχόμενα της δυστυχίας (μοναξιά) και της ευτυχίας (να λες ιστορίες στο εγγόνι σου) να παλλατζάρουν σε μια ζυγαριά.

dianathenes είπε...

Ναι, δένει. Ποτέ δεν ήμουν καλή στους υπολογισμούς κι ευχαριστώ που τους κάνατε και οι δυο για μένα. Περίμενα να δω ένα σημάδι ΜΕΣΑ στο κείμενο που να με τοποθετήσει μέσα στο χρόνο. Ενα σημάδι εκτός από τα πλάγια γράμματα που δεν σκέφτηκα ότι λειτουργούσαν έτσι. Στάθηκα στο "σήμερα" της τελευταίας αφήγησης σκεπτόμενη το 2007....ένα σημάδι τέλος πάντων χωρίς να είμαι αναγκασμένη να ψάχνω τi χρονολογία έπεφτε η Δευτέρα 3 Ιουνίου. Είμαι ειλικρινής όταν λέω ότι ήθελα να δω πώς το σκέφτεστε και δεν είμαι συνήθως τόσο λεπτολόγος ώστε να διυλίζω τον κώνωπα. Αισθάνθηκα όμως σαν αναγνώστης χωρίς πυξίδα. και χάθηκα. Από την πλευρά του αναγνώστη πάντα σας Ευχαριστώ για τον χρόνο σας και για το ενδιαφέρον. Lex sorry. Εύχομαι και σε άλλα.

ΠΕΤΕΦΡΗΣ είπε...

Lex δεν διυλίζουμε τον κώνωπα, τιμούμε τον Ν.Γ. Πεντζίκη και αρκετούς πυθαγόρειους...

Fight Back είπε...

Σιγουρα ο λεξ εχει επιρροες απο Τζοις, αλλα να προσθεσω οτι μου θυμιζει και απο Τζοις Ευειδη.

Μια σημαντικη λεπτομερεια νομιζω σε οτι αφορα την κριτικη περι ατολμιας, ειναι οτι οπως καταλαβα οτι παραδεχτηκε, ο λεξ γραφει για ενα μπλογκ, περιμενει τα σχολια ενος κυκλου "αναγνωστων - φιλων" του, αρα λογικο ειναι να γραφει ΚΑΙ για να ευχαριστησει αυτους και ισως ετσι να γινεται πιο επεξηγηματικος.
Και αν δεις τα σχολια του εν λογω κειμενου οταν ανεβηκε κανεις δε μπηκε ουτε στο ελαχιστο σε τετοια λογικη κριτικης, αρα οι λεπτες διαφορες φαινεται οτι δε γινονται αντιληπτες.
Προκαλω τον λεξ παντως να διορθωσει στα μελλοντικα του κειμενα αυτα που παραδεχεται ως ατελειες του.

Επισης να συμφωνησω οτι ο λεξ ωρες ωρες μπεκετιζει ανυποφορα :)

Lex_Luthor06 είπε...

Να ευχαριστήσω και τον Κο Μίχο για την κριτική και τις παρατηρήσεις του. Πράγματι η επιμονή να είναι το κείμενο «ευπώλητο» είναι πρόβλημα. Από την άλλη σκέφτομαι ότι αν τα πρώτα μου κείμενα δεν είχαν μια σχετική «επιτυχία» πιθανότατα θα είχα σταματήσει να γράφω. «Και η λογοτεχνία θα τα έβαφε μαύρα» θα μου πείτε. Δεν διαφωνώ. Μάλλον πρέπει να βρω την χρυσή τομή ή να ασχοληθώ με το Μπάντμιντον. Προς το παρόν οι πιθανόνητες είναι 50-50.

ΠΕΤΕΦΡΗΣ είπε...

Έχετε 75-25, αφήστε το Μπαντμιντον..