Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2007

Sorry Girl - Ιστορίες της πόλης./Που είναι όμορφη μόνο τα βράδια.Φεβρουάριος.-Αριάννα.

Κλώτσησε την πόρτα του ξεχωριστού δωματίου που είχε απαιτήσει για να υπογράψει το συμβόλαιο. Κοντοστάθηκε και έλεγξε την άκρη της μπότας του. Ώρες είναι να ξεφτίσει λίγο πριν τη συναυλία. Μπήκε στο δωμάτιο και κοίταξε τριγύρω. Όλα φαινόντουσαν εντάξει. Προχώρησε στο μικρό ψυγείο να δει αν είχε μέσα όλα όσα είχε ζητήσει. Η βότκα ήταν μέσα παγωμένη αρκούντως, και το χαμηλό κρυστάλλινο ποτήρι ίδρωνε πάνω στο ξύλινο σουβέρ.
Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη, χαμήλωσε λίγο και έστρωσε τα μακριά μαλλιά του. Ήταν περήφανος γι’ αυτά τα μαλλιά. Κόντευε τα 40 και δεν είχε καμία άσπρη τρίχα. Ήταν ίσια, μαύρα και γυαλιστερά.
Έβαλε ένα ποτό, χάιδεψε το επιμελημένα ξεφτισμένο δερμάτινο και άπλωσε τα πόδια του στο χαμηλό τραπεζάκι. Έβλεπε το είδωλό του στον καθρέφτη. Θαύμαζε τη στάση του. Νωχελική, λεπτή. Έτοιμη κάθε στιγμή για επίθεση. Φιγούρα αιλουροειδούς χωρίς ευτυχώς ποτέ να χρειαστεί να στερηθεί για να τη διατηρήσει. Μάλλον τα ξενύχτια, οι καταχρήσεις και τα θηλυκά βοηθούσαν επαρκώς. “ Είσαι ωραίος μάγκα μου. Είσαι ωραίος”, μονολόγησε και γέλασε βραχνά.
Ο Φρανκ- όνομα που του είχε κολλήσει μια γκόμενα όταν ήταν ακόμα στα 20 και τραγουδούσε με τη δεύτερη μπάντα του γιατί λέει έμοιαζε με τον Φρανκ Ζάππα, ήταν πλέον επιτυχημένος. Βέβαια στον Ζάππα δεν έφερνε και πολύ. Μόνο το μουστάκι και το μουσάκι ήταν ίδιο αλλά τον βόλευε αυτό το όνομα. Περιείχε την κατάλληλη δόση αμφισβήτησης και εναλλακτικότητας. Στην ουσία ο Φρανκ δεν ήταν και τίποτα το ιδιαίτερο. Αλλά εφόσον το ήξερε ο ίδιος ήταν εντάξει. Μπορούσε να το χειριστεί κατάλληλα και τα χρόνια που περάσαν του απέδειξαν ότι ήταν πολύ καλός σ’ αυτό. Μουσικός δεν ήταν. Τραγουδούσε μέτρια. Αλλά πάνω στη σκηνή ήταν αρκετά εντυπωσιακός. Φρόντισε να προβάρει από μικρή ηλικία τις κατάλληλες κινήσεις. Λίγος Morrison, λίγος Cave, λίγος Iggy και έτοιμος. Αν προσθέσει κανείς σ’ αυτό και κάτι προκλητικές δηλώσεις επί παντός επιστητού και κάτι ιστορίες για ομηρικούς καβγάδες με γυναίκες και συνεργάτες- όλα κατασκευασμένα από τον ίδιο, έχει την συνταγή της επιτυχίας. Οι γκόμενες τον λάτρευαν, οι άντρες γουστάρανε την αυθεντικότητά του, οι κριτικοί με τον καιρό έμαθαν πως ο κόσμος καθιερώνει είδωλα. Και πλέον ο Φρανκ ήταν είδωλο.
Συνέχισε να σιγοπίνει τη βότκα του και αναλογίστηκε πόσο έξυπνη κίνηση ήταν εκείνη η υποτιθέμενη διάλυση της τωρινής του μπάντας πριν 3 χρόνια. Το κοινό συνέρρεε στις συναυλίες για να ακούσει τραγούδια από τους παλιούς του δίσκους. Κάθε φορά ήταν η τελευταία φορά. Και κάθε φορά ο κόσμος εξακολουθούσε να έρχεται καυλωμένος να τους ακούσει. Ή μάλλον: να τον ακούσει. Οι υπόλοιποι ήταν καλοί μουσικοί αλλά τους είχε διαλέξει και για άλλον έναν λόγο. Δεν ήταν ικανοί να τραβήξουν την προσοχή από αυτόν.
Σηκώθηκε να βάλει άλλη μια βότκα. Έπρεπε να αποφασίσει επιτέλους τι θα κάνει με καινούριο υλικό. Ήταν καιρός να αλλάξει τα δεδομένα. Ο Φρανκ και η μπάντα του θα βγάζανε δίσκο μετά από 5 χρόνια. Είχε μαζέψει ό,τι καλύτερο είχε γράψει ο μπασίστας του. Γιατί εκείνος έγραφε κομμάτια προορισμένα να σαρώσουν. Γηπεδικά, εφηβικά ίσως, αλλά θα σάρωναν για άλλη μια φορά.
Όρθιος δίπλα στο ψυγείο, άρχισε να κουνάει τη μέση του κυκλικά, αργά, ηδονικά. Κάπως όπως ο Βασιλιάς παλιά. Φαντάστηκε ότι είχε στα πόδια του μια γυναίκα. Μια μικρή, όμορφη γυναίκα με το στόμα της κολλημένο στον καβάλο του. Έφερε το μπουκάλι στο στόμα του και κρατώντας το σαν μικρόφωνο, έσυρε τα χείλη και τη φωνή του αργά επάνω του. “Don’t you love her madly..” τραγούδησε βραχνά. Είχε αρχίσει να μεθάει λίγο.
Οι γυναίκες τον λάτρευαν. Κι αυτός το ίδιο. Γέλασε σιγά. Τις λάτρευε. Ειδικά τις μικρές σε ηλικία. Όχι τόσο βέβαια, όσο να τις κρατήσει για πολύ. Ήθελε όλη την προσοχή ο Φρανκ και οι γυναίκες έχουν ένα μυστήριο τρόπο να την τραβάνε πάνω τους μετά από λίγο. Κι έτσι διάλεγε ποιες θα τον συντροφέψουνε. Για ένα ή λίγα βράδια. Καμιά φορά σκεφτότανε πως θα ήταν η ζωή του, αν είχε ακολουθήσει την προδιαγεγραμμένη πορεία, βοηθός στο φαναρτζίδικο του γέρου του μέχρι να βρεθεί καμιά καλή κοπέλα, να την παντρευτεί, να κάνουνε και κάνα δυο παιδιά. Εντωμεταξύ θα είχε πεθάνει κι ο γέρος θα του άφηνε την επιχείρηση και την γριά να την φροντίζει. Αυτή ήταν γερό κόκκαλο, δεν θα πέθαινε νέα. Γύρισε το κεφάλι του επιδεικτικά στο πλάι και έφτυσε. Προσγείωσε τη ροχάλα στον καθρέφτη και έμεινε να την κοιτάει καθώς κυλούσε αργά προς τα κάτω. Του λέρωνε το είδωλο. Γέλασε δυνατά, σπασμωδικά. Μήπως είχε μεθύσει τελικά; Δεν την σκούπισε.
“Father I want to kill you, mother I want to fuck you”, τραγούδησε δυνατά. Τον έπιασε κρίση βήχα και γέλιου μαζί. Η ιδέα ότι θα πηδούσε την μάνα του ήταν φοβερά γελοία. Η γριά δεν ήταν από κείνες που αφήνανε περιθώρια. Από μικρό τον έσπαγε στο ξύλο. Σαν τώρα την θυμάται να τριγυρνάει μέσα στο σπίτι με τα νυχτικά και κάτι ελεεινές περούκες και να παριστάνει την μεγάλη ντίβα. Αφού είχε κατεβάσει μισό μπουκάλι βότκα πρώτα. Βότκα για να μη μυρίζει μετά. Όσο ήταν μικρός και δεν πήγαινε σχολείο, το θυμάται να συμβαίνει τουλάχιστον 3 φορές την βδομάδα. Είχε όμως καταπληκτικό αυτοέλεγχο. Έπινε μια θάλασσα, τραγούδαγε, ντυνόταν, έκανε σώου και κατά το μεσημέρι πριν έρθει ο πατέρας του γινόταν πάλι η μάνα, σοβαρή με την ρόμπα σφιχτά δεμένη στη μέση της και τα χέρια της έτοιμα για ανάποδες. Τις μόνες φορές που τη θυμάται τρυφερή ήταν όταν τον ήθελε κομπάρσο στην παράστασή της. Τότε τον καλόπιανε. «Έλα αγάπη μου, έλα αστέρι μου να χτυπήσεις παλαμάκια στην μαμά. Η μαμά θα γινόταν μεγάλη θεατρίνα αγάπη μου. Έλα δεν είμαι όμορφη;»
«Ναι μαμά είχιαι όμολφηη», της απαντούσε ψευδά και έμενε να την χαζεύει. Με τα παιδικά του δόντια λειψά, με τα χεράκια του ιδρωμένα να χειροκροτάνε μέχρι που κοκκίνιζαν και τα μάτια του πελώρια να τσούζουν αλλά να μην τα κλείνει ούτε για ένα δευτερόλεπτο, να μην χάσει την εικόνα της. Με την περούκα στραβή, το κραγιόν πασαλειμμένο να γελάει βραχνά, βραχνά σαν την πουτάνα στην Γ’ Σεπτεμβρίου, χρόνια μετά «έλα αγοράκι πέντε χιλιάρικα το απλό δέκα ο γύρος του κόσμου έλα αγοράκι που έχεις και όμορφα μακριά μαλλιά μμμ έλα αγοράκι»-
Κούνησε το κεφάλι του αηδιασμένος. Τι σκατά τον είχε πιάσει απόψε; Σήμερα ήταν η βραδιά του κι αυτός σκεφτόταν όλες τις αηδίες. Οι γέροι του ζούσαν ακόμα στο ίδιο σπίτι, είχε να τους δει χρόνια. Ποιος ξέρει ίσως η μάνα του να κάνει παραστάσεις μόνο για το γέρο πια.
Σηκώθηκε όρθιος και ξαναγέμισε το ποτήρι. "Στην υγειά μου λοιπόν", έγνεψε κοροϊδευτικά. Ένιωσε έτοιμος. Η γνωστή ιεροτελεστία όπως πριν από κάθε συναυλία είχε φτάσει τη μέση της. Τώρα ήταν ώρα να πλακώσει στο βρισίδι κάποιον από τους τεχνικούς και μετά να διαλέξει την πιο μικρή από τα κοριτσάκια που ήταν μαζεμένα έξω από τα κάγκελα να παίξει λίγο μαζί της. Ήταν πολύ προσεκτικός ο Φρανκ μ’ αυτό το θέμα. Τις διάλεγε όσο πιο μικρές γινόταν αλλά νόμιμα ενηλικιωμένες. Δεν ήθελε τραβήγματα με κανέναν πολύ περισσότερο με έξαλλους πατεράδες ή μανάδες ή ακόμα χειρότερα μπάτσους. Ας τα μάζευαν τα μούλικά τους πριν βγουν στην γύρα για γαμήσι. Αλλά κι αν δεν τα μάζευαν, αυτός δεν είχε καμιά διάθεση για περαιτέρω τραβήγματα.
Άδειασε το μισό και άνοιξε την πόρτα. Προχώρησε αργά, λικνιστικά μέχρι την πλαϊνή είσοδο και κρυφοκοίταξε από το παραθυράκι. Προσπαθούσε ακόμα να διαλέξει γκόμενα, όταν ένιωσε ένα χέρι να του χαϊδεύει την πλάτη. Στράφηκε έτοιμος να βάλει φωνές γιατί για μια στιγμή, μόνο για μια στιγμή του φάνηκε ότι ήταν το χέρι της μάνας του. Είδε μια κοπέλα με κόκκινα μαλλιά. Τρόμαξε γιατί για μια στιγμή, μόνο για μια στιγμή δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα άλλο. Ούτε πρόσωπο, ούτε κορμί, μόνο αυτά τα παράξενα κόκκινα σαν το αίμα λίγο πριν πήξει μαλλιά. Επιβλήθηκε στον γρήγορο χτύπο της καρδιάς του. Είχε καλό αυτοέλεγχο αυτό ήταν γνωστό. Μισόκλεισε τα μάτια.
-Τι έχουμε εδώ;
Με βαθιά επιτηδευμένα βραχνή φωνή. Η κοπέλα τον κοίταξε λίγο εξεταστικά.
-Ψάχνω τον Φρανκ. Εσύ είσαι;
Τον θύμωσε. Δεν είναι δυνατόν να τον ρωτάει! Εκτός και αν.. γέλασε με μια μικρή που δεν θα παραδεχόταν σε κανέναν ανακούφιση, την είχαν στείλει οι μαλάκες της μπάντας να του κάνει πλάκα.
-Εγώ βέβαια. Ψάχνεις κάτι συγκεκριμένο από τον Φρανκ; Σκέφτομαι διάφορα δικά του, που θα μπορούσα να σου χαρίσω.
Χάιδεψε τα μαλλιά του και έγλειψε τα χείλια του με εκείνη την κίνηση που οι φωτογράφοι λάτρευαν.
-Δεν είμαι σίγουρη. Ακόμα. Υπάρχει κάποιο μέρος να τα πούμε λίγο; Με λένε Αριάννα.
Πετάρισε τα μπλε της βλέφαρα.
Γέλασε πιο δυνατά. Η μικρή ντρεπόταν. Τώρα που μπορούσε να την κοιτάξει, έβλεπε πόσο μικρή ήταν. Κατάλευκο δέρμα, σκούρα μάτια και κόκκινα μαλλιά. Από κορμί δεν έλεγε και πολλά αλλά για τη δουλειά που την ήθελε δεν χρειαζόταν. Να τον ξαλαφρώσει λίγο πριν την συναυλία, να βγει στον κόσμο νωχελικός.
-Και βέβαια υπάρχει. Έλα και μετά θα μου πεις αν θα με θυμάσαι για πάντα.
Την αγκάλιασε από τους ώμους και την τράβηξε προς το δωμάτιο. Το κορμί της του έδινε μια περίεργη αίσθηση. Σαν να μην έμενε λεπτό ακίνητο, σαν να έτρεχαν νερά κάτω από το δέρμα της. Παράξενο μα όχι αποκρουστικό. Χαμογέλασε λίγο σαν λύκος. Θα ήταν ιδιαίτερη βραδιά σήμερα.
Μπήκαν στο δωμάτιο.

Λίγο αργότερα ο μπασίστας πέρασε έξω από το δωμάτιο. Άκουσε κάτι περίεργους μα γνώριμους θορύβους. Ρουφήγματα, κραυγές. Κούνησε το κεφάλι του συγκαταβατικά. Ο Φρανκ καλοπερνούσε. Είχε προλάβει να δει την πλάτη της κοπέλας. Και του είχαν κάνει ενύπωση τα μαλλιά της. Φλογάτα.

Ιδιαίτερη βραδιά εκείνη. Οι γκρούπις του Φρανκ, αυτές που πάντα στριμωχνόντουσαν μπροστά μπροστά να ιδρώνουνε πάνω στους σεκιουριτάδες είπανε πως ήταν η καλύτερη εμφάνισή του. Καμιά δεν κατάλαβε πως αυτοκτόνησε μπροστά στα μάτια τους. Νομίσανε πως ήταν όλα μέρος του σώου. Όταν ο Φρανκ δάγκωσε το καλώδιο του μικροφώνου μέχρι να το γυμνώσει από το προστατευτικό του τσιρίξανε όλες μαζί. Όταν τον χτύπησε το ρεύμα και μυρίσανε καμμένο κρέας, σβήσανε τα φώτα και ξέσπασαν ουρλιαχτά θριάμβου.
Τον κόσμο τον έβγαλαν από το γήπεδο λίγο αργότερα. Υποθέσαν όλοι ότι η συναυλία τελείωσε λίγο απότομα αλλά θριαμβευτικά.
Τον Φρανκ τον μαζέψαν οι τεχνικοί σε μια πλαστική σακούλα. Οι μπότες του είχαν κολλήσει στο πάτωμα και το δερμάτινο παντελόνι του στην κολώνα του μικροφώνου.
Κανείς πέρα από τον μπασίστα δεν είχε δει την κοπέλα με τα κόκκινα μαλλιά να μπαίνει μαζί του πριν την συναυλία στο δωμάτιο. Κι ο μπασίστας δεν μίλησε. Είχε υλικό για καινούρια αρχή. Καλό υλικό, ικανό για να υπογράψει συμβόλαιο που θα απαιτούσε ξεχωριστό δωμάτιο για τον ίδιο.

http://enniamedyo.blogspot.com/

Η άποψη του Μίχου
Ένα από τα βασικά μειονεκτήματα του Καραγάτση είναι η παντελώς λανθασμένη αντίληψη που έχει για τα ψυχαναλυτικά. Δεν βιώνουμε με τόσο διάφανο τρόπο τα συμπλέγματά μας. Η καλύτερη διαχείρηση του θέματος σε αυτές τις περιπτώσεις γίνεται πλάγια και απαιτεί όχι τόσο ωριμότητα, αλλά το πέρασμα από την αγοραία γνώση της ψυχανάλυσης στην πραγματική. Για παραδειγμα: Ο Μόρισον δεν λέει ποτέ fuck you αλλά κραυγάζει σαν ζώο, γιατί η απαγόρευση της αίμομιξίας είναι το όριο του πολιτισμού και η βίωση της φράσης του καίει το στόμα. Η ιστορία έχει ένα εύρημα, αλλά έχει μεγάλες δυσκολίες στο να διαμορφώσει έναν αληθοφανή κόσμο γύρω από το εύρημα. Μοιάζει περισσότερο να φαντάζεται τη ζωή ενός ροκ σταρ λαϊκής καταγωγής απέξω και λιγότερο καταγράφει από μέσα την αληθινή ζωή του. Το κείμενο κατά την άποψή μου περιέχει μιαν χαώδη αντίληψη ηρωισμού και αύρας κοινή σε όσους επιχείρησαν ως τώρα να γράψουν με θέμα την ροκ μουσική. Ίσως γιατί η κοινωνία μας ακόμη δεν μπήκε σ' αυτή την αγορά της μουσικής. Και ίσως γιατί οι επρόσωποί της τρέφονται κατά το ήμισυ με ειδησεογραφία εξωτερικού. Περισσότερο μου μοιάζει ότι επιχειρεί ένα σενάριο διανθισμένο με κρίσεις από τον αφηγητή ή τον πρωταγωνιστή για να του δώσει μια επίφαση αφηγήματος. Τι θα συμβούλευα; Ανάγνωση βιβλίων αλλά με την προσοχή στραμμένη στο ΠΩΣ διαμορφώνεται και κλιμακώνεται η αφήγηση. Αυτό κιόλας θα μπορούσε να βοηθήσει από μόνο του, αν εφαρμοστεί στο κείμενο που έχουμε εδώ για να διορθωθούν οι αδυναμίες του. Το εύρημα είναι ύπουλο πράγμα. Όλοι έχουμε στα συρτάρια μας ευρηματικά πράγματα που δεν έγιναν ποτέ λογοτεχνία. Άλλα γιατί ήρθαν νωρίς όταν δεν μπορούσαμε κειμενικά να τα στηρίξουμε κι άλλα ήρθαν αργά όταν είχε περάσει η ώρα τους.

H άποψη του Πετεφρή.Λοιπόν.Ενας τραγουδιστής που παίζει το φρικιό, μέτριος σε όλα,που πηδάει (τρόπος του λέγειν ) μικρές, λόγω της σχιζοφρενούς η παρανοικής μάνας του, βρίσκει τον μάστορή του σε μιά κοκκινομάλλα και δαγκώνει το μικρόφωνο και αυτοκτονεί, διαλυόμενος μπροστά στο κοινό του.Ο Μίχος με καλύπτει πλήρως. Προσθέτω μερικά ανακόλουθα: δεν ξέρω πολλά από ηλεκτρολογικά, αλλά αφού φορούσε μπότες, δεν θα πάθαινε ηλεκτροπληξία, ειδικά δαγκώνοντας καλώδια μικροφώνου- άλλο ζήτημα αν δάγκωνε amps . Αν είχε το «κύρος» να κάνει συμβόλαιο, όπου ζητούσε ειδικό δωμάτιο, δύσκολα θα αρκούνταν σε ένα δωμάτιο.Συνήθως ζητούν σουίτα. Τέτοια πολλά στο κείμενο.Θα πρότεινα , sorry girl ,να διαβάσεις πολύ την σχετική γραμματολογία (υπάρχουν εκατοντάδες μαρτυρίες από συνοδούς κειμενογράφους, γραμματείς, μακιγιέζ, γκρούπις, απομνημονεύματα, ακόμη και αυτοβιογραφικές συνεντεύξεις αλλά και πλήθος ντοκιμαντέρ,γιά την συμπεριφορά και το στύλ αυτών των ανθρώπων.λΟχι γιά να ταξεπατικώσετε, αλλά γιά να διακρίνετε, εφ όσον μπορείτε, απίστευτα μικρές λεπτομέρεις που φωτίζουν αυτό που λέμε εξώλης και προώλης βίο, που, πιστέψτε με, είναι τελείως διαφορετικός στην ψύχα του.Με εξαίρεση καμιά εκατοστή(σε πενήντα χιλιάδες) οι περισσότεροι είναι επίπεδοι τύποι, σαν τα μαμούδια, εκτός σκηνής.
Περιορίζομαι σε ένα ζήτημα, που σίγουρα θα μας απασχολήσει και αργότερα, το θέμα της συγγραφικής παντογνωσίας. Αν ο συγγραφέας τα ξέρει τόσο πολύ όλα, δεν καταλαβαίνω γιατί δεν φέρεται και ως μικρός θεός. Δεν είναι και πολύ σόι να καταγράφεις, αντικειμενικά υποτίθεται, τις κινήσεις ενός ανθρώπου μέσα σε ένα δωμάτιο (όπου προφανώς δεν βρίσκεσαι μέσα κι εσύ) και ταυτόχρονα, να είσαι μέσα στο μυαλό του, να ξέρεις τις σκέψεις του, και να τον αυτοκτονείς γιά μία Αριάννα με αιματόχροα μαλλιά. Το εύρημα του μπασίστα που ,θυσιάζοντας τον Φράνκ, κερδίζει μερικά σουξέ, δεν λειτουργεί κάν.
Προτείνω επίσης συστηματική ανάγνωση του ποιήματος του Καβάφη «Ηγεμών εκ δυτικής Λιβύης»- έως εκεί είναι τα όρια ανάμεσα στην καταγραφή και στην υπόθεση εργασίας.Και στον συνδυασμό τους.
Η γραφή στην Αριάννα, επειδή χρωστάει πολλά σε παρεπόμενα, σε στερεότυπα και αυτονόητα, βρίσκεται στα όρια της λογοτεχνίας και της παραλογοτεχνίας. Θα μπορούσε να γεμίζει δυό ή τρείς σελίδες ενός μοδάτου περιοδικού, ξεσηκώνοντας και μερικούς επαίνους. Στην θέση σας, θα δοκίμαζα μιά ολιγόλογη, σταράτη περιγραφή των κινήσεων του Φράνκ, χωρίς ερμηνείες και ήχους, κι έπειτα θα κοίταζα άν αυτό το αποτέλεσμα θα μπορούσε να ανατραπεί από μία παράλληλη διήγηση, με διαφορετικό ύφος, όπου η δυναμική της συναυλίας του ίδιου του Φράνκ θα βρισκόταν σε συνεχή αντίστιξη με την performance της μάνας του. Και στο τέλος, πάλι μιά ολιγόλογη, σταράτη διήγηση της συνάντησης με την ρούσα.Και βέβαια, δεν θα τον σκότωνα στο τέλος. Θα τους πάντρευα.

3 σχόλια:

renton είπε...

Καλή μας εβδομάδα και μια επισήμανση.

Οπως θα διαπιστώσατε, οι χρόνοι υποβολής άλλαξαν. Ητοι το κάθε Δευτέρα, έγινε "όσο συχνότερα τόσο καλύτερα". Η λαιμητόμος της κριτικής, όπως το έθεσε κάποιος κρινόμενος, δεν πρέπει να σκουριάσει, το ίδιο και οι πένες μας (εντάξει, το πληκτρολόγιο).

Γεγονός είναι ότι η πρώτη ανταπόκριση ήταν παραπάνω από ενθαρρυντική κι ελπίζουμε σε ανάλογη συνέχεια.

So feed the beast.

sorry_girl είπε...

Ευχαριστώ πολύ για τον κόπο και τους δύο κυρίους.Εκτυπώνω τις κριτικές και τις κρατάω προς μελέτη.
Και πάλι ευχαριστώ!

(σημείωση:το τέλος "θα τους πάντρευα", νομίζω οτι ήταν ευρημετικό!)

Helix Nebulae είπε...

Η τελική "πρόταση γάμου" του Πετεφρή νομίζω ότι τα καλύπτει όλα. Εικονοκλαστική ανατροπή του στερεότυπου της μοιραίας γυναίκας, φυσική συνέχεια του οιδιπόδειου, απομυθοποίηση της ροκ περσόνας. Σαφώς δυσμενέστερο τέλος για τον Φρανκ από την ηλεκτροπληξία. Κατά τ' άλλα, συμφωνώ με τους προλαλήσαντες. Υπάρχουν καλά στοιχεία στη γραφή αλλά η ιστορία είναι σε μεγάλο βαθμό προβλέψιμη και προδίδει την έλλειψη βιωμάτων σχετικών με το αντικείμενο. Ενδεχομένως η οπτική των γκρούπις να λειτουργούσε πιο πειστικά.